Διαιτολογική αντιμετώπιση του συνδρόμου ευερέθιστου εντέρου

296

Διαιτολογική αντιμετώπιση του συνδρόμου ευερέθιστου εντέρου

Η νόσος συνδέεται άλλοτε με διάρροια και άλλοτε με δυσκοιλιότητα, μαζί με έντονο φούσκωμα και τεινεσμό (αέρια) και πλήττει πλέον ένα μεγάλο μέρος του γενικού πληθυσμού

Μια από τις πιο συνηθισμένες χρόνιες δυσλειτουργίες του εντέρου, αλλά και συνολικά του γαστρεντερικού συστήματος, είναι το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου, το οποίο σχετίζεται με κινητική διαταραχή του παχέος εντέρου και του ορθού, χωρίς κάποια δομική ανωμαλία. Η νόσος συνδέεται άλλοτε με διάρροια και άλλοτε με δυσκοιλιότητα, μαζί με έντονο φούσκωμα και τεινεσμό (αέρια) και πλήττει πλέον ένα μεγάλο μέρος του γενικού πληθυσμού. Τα κύρια συμπτώματα του είναι: φούσκωμα, διάρροια, δυσκοιλιότητα, ναυτία, πόνος στην κοιλιά και μεταβολές στη σύσταση των κοπράνων.

«Αν και δεν υπάρχει θεραπεία για τη ριζική καταπολέμηση του συνδρόμου, καθώς η συμπτωματολογία είναι ποικίλη και σχετίζεται συχνά με στρες και άγχος ή ακόμα και με ψυχολογικές διαταραχές, επιδιώκουμε κυρίως τη μείωση της έντασης και της συχνότητας των συμπτωμάτων και η διατροφή παίζει σε αυτό σημαντικό ρόλο», μας εξηγεί ο Κλινικός Διαιτολόγος-Βιολόγος κ. Χάρης Δημοσθενόπουλος, Προϊστάμενος του Διαιτολογικού Τμήματος Λαϊκού Νοσοκομείου Αθηνών.

Δίαιτα FODMAPs

H δίαιτα χαμηλή σε βραχείας αλύσου υδατάνθρακες (FODMAPs), μαζί με τα προβιοτικά αποτελούν μία καλή διαιτητική σύσταση, για άτομα με ευερέθιστο έντερο ή δυσκοιλιότητα. Επίσης, σε άτομα που ταλαιπωρούνται από το σύμπτωμα του φουσκώματος, μία δίαιτα χαμηλή σε FODMAPs για κάποιο βραχύ χρονικό διάστημα θα μπορούσε να μειώσει τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων. Ο όρος «FODMAP» αναφέρεται σε μία δίαιτα χαμηλή σε ολιγο-, δι- και μονο-σακχαρίτες και πολυόλες και αναφέρεται σε μία δίαιτα χαμηλής περιεκτικότητας σε FODMAPs, αφού η ιδέα είναι να περιοριστεί η κατανάλωση αυτών των θρεπτικών ουσιών.
Τα θρεπτικά συστατικά που πρέπει να περιοριστούν είναι είτε αντιπρόσωποι από την οικογένεια των υδατανθράκων, όπως είναι μερικά σάκχαρα (π.χ.  λακτόζη και φρουκτόζη), αλκοόλες (όπως σορβιτόλη και μαννιτόλη) και μερικές άλλες ουσίες όπως είναι οι φρουκτάνες και οι γαλακτάνες. Όλα είναι φυσικά συστατικά που βρίσκουμε στα φρούτα, τα γαλακτοκομικά, τα φασόλια και τα δημητριακά ή χρησιμοποιούνται επίσης στην επεξεργασία τροφίμων, για την παραγωγή τροφίμων «χωρίς ζάχαρη» και τροφίμων κατάλληλα για άτομα με διαβήτη. Τρόφιμα που είναι πλούσια σε FODMAPs περιλαμβάνουν τα περισσότερα γαλακτοκομικά προϊόντα, ορισμένα φρούτα (ιδίως τα μήλα, τα αχλάδια, τα κεράσια, τα βατόμουρα, τα καρπούζια, το μάνγκο και το παπάγια), ορισμένα λαχανικά (μεταξύ αυτών οι αγκινάρες, τα σπαράγγια, το λάχανο, το σκόρδο και τα μανιτάρια), ορισμένα δημητριακά (όπως σιτάρι, σίκαλη, κριθάρι), τα περισσότερα όσπρια (συμπεριλαμβανομένης της σόγιας), ορισμένες γλυκαντικές ουσίες (όπως μέλι και νέκταρ αγαύης).

Μερικοί λαοί φαίνεται ότι έχουν μικρότερη ανοχή για κάποια ή όλα από τα FODMAPs. Όταν τρώνε περισσότερο από κάποιες μικρές ποσότητες αυτών των θρεπτικών ουσιών, καταλήγουν ευκολότερα με σοβαρό φούσκωμα, διάταση, πόνο και άλλα αντίστοιχα δυσάρεστα συμπτώματα. Μια δίαιτα χαμηλή σε FODMAP συχνά λύνει το πρόβλημα αυτό.
Ένας από τους λόγους που η δίαιτα χαμηλή σε FODMAP είναι τόσο εντυπωσιακά αποτελεσματική είναι ότι εξαλείφει διάφορες κατηγορίες ενώσεων οι οποίες, από κοινού, είναι υπεύθυνες για ένα μεγάλο μέρος των πεπτικών συμπτωμάτων. Ωστόσο, μπορεί κάποιος να είναι ευαίσθητος σε μία ή δύο από αυτές τις ενώσεις και σε άλλες όχι.
Μόλις τα συμπτώματα υποχωρήσουν, υπάρχει η δυνατότητα ο άμεσα ενδιαφερόμενος να κάνει κάποια περαιτέρω έρευνα και αποκλεισμό. Μπορεί να δοκιμάσει την ανοχή του σε διαφορετικούς FODMAPs με την εισαγωγή τους, ένα κάθε φορά και να δει εάν τα συμπτώματα επανεμφανίζονται (δίαιτα αποκλεισμού). Μπορεί, για παράδειγμα, να καταλάβει ότι τα φασόλια και τα δημητριακά δεν δημιουργούν πρόβλημα όσο τα γαλακτοκομικά προϊόντα. Ή, μπορεί να αποδείξει ότι η φρουκτόζη εμφανίζει δυσαπορρόφηση και έτσι είναι προτιμότερο να καταναλώνει τα χαμηλά σε φρουκτόζη φρούτα και λαχανικά.

Προβιοτικά και Πρεβιοτικά

Παράλληλα με τη δίαιτα FODMAPs σημαντικό όφελος έχουμε και με τη χρήση προβιοτικών-πρεβιοτικών. Τα προβιοτικά είναι μη παθογόνοι, μικροοργανισμοί, συνήθως βακτήρια, που μοιάζουν με τα ωφέλιμα βακτήρια του εντέρου. Τα προβιοτικά επιβιώνουν κατά την παραμονή και τη διάβασή τους από τη γαστρεντερική οδό, διότι δεν επηρεάζονται από το όξινο περιβάλλον του στομάχου και από τη χολή. Σύμφωνα με τον κ. Χ. Δημοσθενόπουλο, βελτιώνουν τη φυσιολογική εντερική χλωρίδα μειώνοντας την ανάπτυξη παθογόνων βακτηρίων και την εγκατάσταση βλαβερών μικροοργανισμών, ενώ ταυτόχρονα ευνοούν την ανάπτυξη καλών (μη παθογόνων) βακτηρίων.

Ο συνολικός τους αριθμός είναι αρκετές χιλιάδες δισεκατομμύρια  και υπάρχουν δύο βασικές κατηγορίες προβιοτικών μικροοργανισμών: του γένους Bifidobacterium και του γένους Lactobacillus, τα οποία έχουν πολλά διαφορετικά στελέχη. Υπολογίζεται ότι πάνω από 400 είδη μικροοργανισμών βρίσκονται στην εντερική χλωρίδα του ανθρώπου.

Πιο δημοφιλή είναι συγκεκριμένα στελέχη όπως :

1. Lactobacillus rhamnosus
2. Lactobacillus acidophilus,
3. Lactobacillus casei,
4. Lactobacillus plantarum,
5. Lactobacillus bulgaricus,
6. Bifidobacterium bifidum και
7. Bifidobacterium infantis,
Έχουν πολύ καλά αποτελέσματα στην αντιμετώπιση συγκεκριμένων συμπτωμάτων και παθήσεων που πλήττουν το γαστρεντερικό σύστημα:
• το Σύνδρομο Ευερέθιστου Εντέρου (σπαστική κολίτιδα),
• τη δυσκοιλιότητα,
• τη μολυσματική διάρροια,
• τη διάρροια λόγω αντιβίωσης,
• τη μόλυνση από Clostridium difficile,
• στρεπτόκοκκο και σαλμονέλα.

Η καλύτερη πηγή προβιοτικών είναι τα γαλακτοκομικά προϊόντα και κυρίως τα μη παστεριωμένα (κλασσικό παράδειγμα είναι το  πρόβειο παραδοσιακό γιαούρτι με πέτσα). Τα βρίσκουμε επίσης σε τρόφιμα και ροφήματα, όπως το κεφίρ αλλά και λειτουργικά τρόφιμα (εμπλουτισμένα από τη βιομηχανία). Επίσης υπάρχουν και πολλά συμπληρώματα με υψηλές συγκεντρώσεις προβιοτικών.

Τα πρεβιοτικά από την άλλη είναι ουσίες των τροφίμων που προάγουν την ανάπτυξη ορισμένων βακτηρίων (γενικά επωφελή) στα έντερα. Είναι μη αφομοιώσιμα συστατικά των τροφίμων που διεγείρουν εκλεκτικά την ανάπτυξη ή / και τη δραστηριότητα των ωφέλιμων μικροοργανισμών που βρίσκονται ήδη στο παχύ έντερο των ανθρώπων. Όταν τα προβιοτικά και πρεβιοτικά αναμειγνύονται μεταξύ τους, σχηματίζουν ένα συμβιωτικό, με ιδιαίτερα μεγάλη αποτελεσματικότητα.

 

Πηγή: protothema.gr

 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει Περισσότερα από τον συγγραφέα

Αφήστε μια απάντηση

Εγγραφή στο Newsletter μας!

Εγγραφείτε στο ενημερωτικό μας δελτίο και ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία Ιατρικά Νέα.

You have Successfully Subscribed!

Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων