Κίνδυνος εμφάνισης επιπλοκών σε γυναίκες ασθενείς με νόσο Crohn που λαμβάνουν μακροχρόνια αντισυλληπτικά δισκία.

0 433

Επιμέλεια: Αικατερίνη Φιλιππάκου (Ειδικευόμενη Γαστρεντερολόγος, ΕΑΝΠ Μεταξά), Ευτυχία Τσιρώνη (Επιμελήτρια Α’ Γαστρεντερολόγος, ΕΑΝΠ Μεταξά).

Πηγή: Association Between Long-term Oral Contraceptive Use and Risk of Crohn’s Disease Complications in a Nationwide Study. Hamed Khalili,Fredrik Granath, Karin E. Smedby et al. Gastroentertology 2016; 150 (7):1561-1567

 

Η νόσος Crohn είναι μία χρόνια φλεγμονώδης νόσος που προσβάλλει όλον τον γαστρεντερικό σωλήνα και εμφανίζεται με ποικίλη κλινική συμπτωματολογία και εξέλιξη.
Υπολογίζεται ότι πάνω από το 40% των ασθενών θα υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση εντός 10ετίας από τη διάγνωση και σχεδόν 50% των ασθενών θα αναπτύξει στενωτική ή διατρητική νόσο εντός 20ετίας από τη διάγνωση της νόσου.
Αποτελεί, λοιπόν, πρόκληση η ανεύρεση παραγόντων (φαρμακευτικών ή μη) που μπορεί να επηρεάσουν την κλινική εξέλιξη της νόσου.

Η λήψη αντισυλληπτικών χαπιών έχει συνδεθεί κατά το παρελθόν με κίνδυνο εμφάνισης νόσου Crohn, πιθανά μέσω αλλαγών στη διαπερατότητα του εντερικού σωλήνα, στην ανοσολογική λειτουργία του οργανισμού ή στο εντερικό μικροβίωμα.
Όμως ο ακριβής ρόλος τους στην εξέλιξη της νόσου δεν είναι ξεκάθαρος. Παλαιότερες μελέτες δεν μπόρεσαν να καταλήξουν σε ακριβή συμπεράσματα (μικρό δείγμα πληθυσμού, αναδρομικές μελέτες, μη σωστή εξακρίβωση λήψης αντισυλληπτικών ή όχι).

Πρόσφατα δημοσιεύτηκε μια μελέτη από τη Σουηδία που συσχέτισε τη λήψη αντισυλληπτικών χαπιών με την εμφάνιση επιπλοκών σε ασθενείς με νόσο Crohn (είτε ανάγκη για χειρουργείο, είτε χρήση στεροειδών).
Στη μελέτη συμπεριλήφθηκαν γυναίκες ηλικίας 16-51 ετών με πρωταρχική διάγνωση νόσου Crohn και με τουλάχιστον δύο πιστοποιημένες επισκέψεις ως εξωτερικοί ή εσωτερικοί ασθενείς από τον Ιανουάριο 2002 έως τον Δεκέμβριο 2013 και διάμεσο χρόνο παρακολούθησης τους 58 μήνες.

Αναφορικά με την ηλικία, τη διάρκεια νόσου, τη φαρμακευτική αγωγή, τον τόπο προέλευσης και τον αριθμό επισκέψεων, δεν υπήρχαν διαφορές μεταξύ των 3 ομάδων ασθενών (μη λήπτριες αντισυλληπτικών, παλαιές λήπτριες και ενεργές λήπτριες).
Υπήρχε διαφορά ως προς το επίπεδο εκπαίδευσης (οι μη λήπτριες αντισυλληπτικών ήταν πιο πιθανό να έχουν ανώτερο επίπεδο εκπαίδευσης συγκριτικά με τις δύο άλλες ομάδες ασθενών).

Μέχρι τον Δεκέμβριο του 2013 είχαν διαπιστωθεί 482 περιπτώσεις χειρουργείων, με πιο συχνή επέμβαση την εκτομή τμήματος του τελικού ειλεού και του τυφλού (Ν= 239). Ακολουθούσε η εκτομή τμήματος λεπτού εντέρου (Ν=54) και η ολική κολεκτομή με ειλεοστομία (Ν=54).

Συνολικά το 80% των επεμβάσεων αφορούσε οποιαδήποτε εκτομή τμήματος εντέρου και το 20% αντιμετώπιση περιεδρικής νόσου. Ο κίνδυνος για χειρουργείο ήταν μεγαλύτερος για τις παλαιές λήπτριες (1.14) και για τις ενεργείς λήπτριες (1.30) συγκριτικά με τις μη λήπτριες αντισυλληπτικών.

Ο κίνδυνος αυξανόταν όσο μεγαλύτερο ήταν το διάστημα που ελάμβαναν αντισυλληπτικά και όσο μεγαλύτερη ήταν η ημερήσια δόση τους. Συγκεκριμένα, ο βαθμός κινδύνου επιπλοκών (HR) ήταν 0.90, 1.25, και 1.68 για <1 χρόνο λήψης, μεταξύ 1-3 χρόνων λήψης και >3 χρόνια λήψης αντίστοιχα, συγκριτικά με τις μη λήπτριες, ενώ ο βαθμός κινδύνου επιπλοκών ήταν 0.94, 1.25 και 1.6 για ημερήσια δόση < 300 mg, μεταξύ 300-900 mg και >900 mg αντίστοιχα, συγκριτικά με τις μη λήπτριες.

Αναφορικά με την ανάγκη χρήσης στεροειδών, ο κίνδυνος δεν διέφερε μεταξύ των ομάδων. Παρομοίως, δεν συσχετίστηκε η ανάγκη χρήσης στεροειδών με μεγαλύτερη διάρκεια λήψης αντισυλληπτικών ή με μεγαλύτερη ημερήσια δόση.

Ένα άλλο δεδομένο που εξετάστηκε στη συγκεκριμένη μελέτη ήταν εάν ο κίνδυνος επιπλοκών (χειρουργείο ή χρήση στεροειδών), διέφερε ανάλογα με τον τύπο του αντισυλληπτικού, δηλαδή εάν περιλάμβανε μόνο συνθετικής προγεστερόνης ή συνδυασμό οιστρογόνου-προγεστερόνης.

Διαχωρίζοντας τις ασθενείς βάση του τύπου του αντισυλληπτικού, διαπιστώθηκε ότι ασθενείς που λάμβαναν συνδυασμό οιστρογόνου-προγεστερόνης είχαν αυξημένο κίνδυνο για χειρουργείο και αυτός αυξανόταν με μεγαλύτερο διάστημα λήψης ή με μεγαλύτερη ημερήσια δόση, ενώ με τη λήψη μόνο προγεστερόνης, δεν διαπιστώθηκε αυξημένος κίνδυνος χειρουργείου.
Επίσης μελετήθηκε και η ενδομήτρια αντισυλληπτική συσκευή που περιέχει προγεστερόνη και δεν διαπιστώθηκε αύξηση του κινδύνου για χειρουργείο ή για χρήση στεροειδών.

Παρόμοια αποτελέσματα διαπιστώθηκαν όταν έγινε ανάλυση περιορίζοντας το ηλικιακό φάσμα των γυναικών της μελέτης στα 16-40 έτη (ηλικίες που κυρίως λαμβάνουν αντισύλληψη).
Επίσης έγινε προσπάθεια διενέργειας ανάλυσης προσαρμόζοντας τις ασθενείς βάση της φαρμακευτικής αγωγής που λάμβαναν (ανοσοκατασταλτικά και anti TNF, ως ένδειξη σοβαρότερης μορφής νόσου) χωρίς να διαπιστωθούν σημαντικές διαφορές από τα γενικά αποτελέσματα.
Τέλος μελετήθηκαν πιθανές διαφορές μεταξύ άτεκνων γυναικών και γυναικών που είχαν ήδη παιδιά: ο κίνδυνος χειρουργείου ήταν παρόμοιος και στις δύο περιπτώσεις. Γενικά υπολογίζεται ότι για κάθε 83 ασθενείς με νόσο Crohn, που λαμβάνουν για τουλάχιστον 1 χρόνο συνδυασμό αντισυλληπτικών, θα απαιτηθεί 1 επιπλέον χειρουργική επέμβαση.

Συμπερασματικά, λοιπόν, ο ακριβής μηχανισμός με τον οποίο τα αντισυλληπτικά επηρεάζουν την εξέλιξη της νόσου Crohn δεν είναι εξακριβωμένος. Ανεξαρτήτως όμως του ακριβούς μηχανισμού, αυτό που διαπιστώνεται είναι ότι η συνεχής και μακροχρόνια λήψη αντισυλληπτικών, ιδίως ο συνδυασμός οιστρογόνου-προγεστερόνης, σχετίζεται με δυσμενή εξέλιξη της νόσου Crohn και συγκεκριμένα αυξημένο κίνδυνο για χειρουργική αντιμετώπιση. Γι’ αυτό και οι επιλογές αντισύλληψης στην κατηγορία αυτή των ασθενών θα πρέπει να γίνεται με σύνεση.

http://www.eligast.gr

Αφήστε μια απάντηση