ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΧΟΛΙΚΩΝ ΟΞΕΩΝ

0 591

Η θεραπευτική χορήγηση των χολικών οξέων βασίζεται στις αρχές της αντικατάστασης και της υποκατάστάσης. Το χολικό οξύ που κυρίως χορηγείται είναι το ΟΔΧΟ, ένα φυσικό χολικό οξύ που παρασκευάζεται συνθετικά.

 

 

Το ΟΔΧΟ, μετά τη χορήγηση του συσσωρεύεται στα χολικά οξέα που κυκλοφορούν, αντικαθιστώντας τα ενδογενή χολικά οξέα. Η δεξαμενή των χολικώ οξέων εμπλουτίζεται με συζευγμένο ΟΔΧΟ (πάνω απο 40%). Ωστόσο, οι αλλαγές που υφίσταται η συνολική διαδικασία έκκρισης των χολικών οξέων είναι πολύ μκρές.
Το ΟΔΧΟ χρησιμοποιείται στη θεραπεία της χολολιθίασης από χοληστερολικούς λίθους. Το θεραπευτικό του αποτέλεσμα επιτυγχάνεται με τη μείωση της έκκρισης της χοληστερόλης στη χολή. Έτσι, μειώνεται ο βαθμός κορεσμού της χολής και προάγεται βαθμιαία η διάλυση του λίθου.
Σε νόσους όπως η πρωτοπαθής χολική κίρρωση ή χολόσταση της εγκυμοσύνης, το ΟΔΧΟ δρα μειώνοντας την κυτταροτοξικότητα των κυκλοφορούντων χολικά οξέων και αυξάνοντας τη διαδικασία της σωληναριακής μεταφοράς.
Η θεραπεία υποκατάστασης έχει θέση στις περιπτώσεις ανεπαρκούς σύνθεσης. Η χορήγηση πρωτογενών χολικών οξέων γίνεται σε περιπτώσεις συγγενούς δια-ταραχής στη σύνθεση χολικών οξέων.
ΕΝΩΣΕΙΣ ΠΟΥ ΔΕΣΜΕΥΟΥΝ ΤΑ ΧΟΛΙΚΑ ΟΞΕΑ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ ΧΟΛΙΚΩΝ ΟΞΕΩΝ
Διάφορα πολυμερή σφαιρίδια με θετικό φορτίο που είναι ικανές να δεσμεύουν τα χολικά οξέα, αναπτύχθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν κατά τη δεκαετία του ’60 για την αντιμετώπιση της οικογενούς υπερχοληστερολαιμίας. Αργότερα φάνηκε ότι οι ουσίες αυτές είναι χρήσιμες στην αντιμετώπιση ηπατικών και εντερικών νόσων. Διατίθενται δύο παρασκευάσματα.
Η χολεστυραμίνη και η κολεστυπόλη. Χορηγούνται από το στόμα και δεσμεύουν τα χολικά οξέα στον εντερικό αυλό, μειώνοντας τη συγκέντρωσή τους, τη δραστηριότητά τους και την απορρόφησή τους από το έντερο.
Όπως ήδη ελέχθη, οι παράγοντες αυτοί περιορίζουν τη διάρροια της δυσαπορρόφησης των χολικών οξέων, μειώνοντας τη συγκέντρωσή τους στο κόλο. Αυτού του είδους η συμπτωματική θεραπεία είναι αποτελεσματική σε ασθενείς με ήπια δυσαπορρόφηση και στεατόρροια μικρού βαθμού.

 

 

Οι ίδιες ενώσεις χρησιμοποιούνται στην αντιμετώπιση του κνησμού των ασθενών με χολόσταση, αφού θεωρείται πως τα χολικά οξέα (ή και άλλα ανιόντα της χολής) συμβάλλουν στον κνησμό. Η αποτελεσματικότητα είναι μέτρια, διότι η χημική συγγένεια δεν είναι ισχυρή, με αποτέλεσμα να δεσμεύεται ένα μικρό μέρος των χολικών οξέων. Επιπροσθέτως, οι ουσίες αυτές έχουν άσχημη γεύση και προκαλούν δυσκοιλιότητα, ανεπιθύμητες ενέργειες που δεν γίνονται από όλους ανεκτές.
Οι χορήγηση ουσιών που δεσμεύουν τα χολικά οξέα τριπλασιάζει το ρυθμό βιοσύνθεσής τους. Η έκκριση των χολικών οξέων μειώνεται προοδευτικά κατά τη διάρκεια της ημέρας, αλλά επειδή δεν επηρεάζεται κατά τις πρωινές ώρες, οι ουσίες αυτές δεν προκαλούν δυσαπορρόφηση των λιποδιαλυτών βιταμινών. Υπολογίζεται ότι περισσότερο από το 80% της ποσότητας των χολικών οξέων που εκκρίνεται, επαναρροφάται από το λεπτό έντερο.

Αφήστε μια απάντηση