ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΧΟΛΗΔΟΧΟΥ ΚΥΣΤΗΣ

364

ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΧΟΛΗΔΟΧΟΥ ΚΥΣΤΗΣ

Ο καρκίνος της χοληδόχου κύστης αποτελεί μια πολύ επιθετική νόσο, η οποία εμφανίζει συμπτώματα σε προχωρημένο στάδιο και έχει κακή πρόγνωση.

Επιδημιολογικά στοιχεία
Ο καρκίνος της χοληδόχου κύστεως αντιπροσωπεύει το 80-95% των κακοηθειών των χοληφόρων σε νεκροτομικές μελέτες παγκοσμίως, και αποτελεί την 5η συχνότερη κακοήθεια του γαστρεντερικού συστήματος.
Η νόσος χαρακτηρίζεται από ταχεία εξέλιξη και 5ετή επιβίωση της τάξεως του 5-10%. Προσβάλλει τις γυναίκες 2 με 6 φορές συχνότερα σε σχέση με τους άνδρες. Η συχνότητα της νόσου αυξάνει σταθερά με την ηλικία και συνήθως διαγιγνώσκεται στην 6η με 7η δεκαετία της ζωής .
Παρουσιάζει σημαντικές διακυμάνσεις στα διάφορα μέρη του κόσμου , με αποτέλεσμα να υπάρχουν περιοχές που έχουν 25πλάσια συχνότητα καρκίνου της χοληδόχου κύστεως σε σχέση με άλλες.
Η μεγαλύτερη συχνότητα καρκίνου της χοληδόχου κύστεως παρατηρείται σε γυναίκες στο Δελχί και την Ινδία (21,5 στους 100.000), στην περιοχή των Άνδεων (15.5/100.000), καθώς και στην Βολιβία και την Χιλή (15/100.000).
Στην Χιλή ο καρκίνος της χοληδόχου κύστεως αποτελεί την πρώτη αιτία θανάτου από κακοήθεια στις γυναίκες.
Στην Βόρεια Αμερική γενικώς επικρατούν χαμηλές συχνότητες εμφάνισης της νόσου, με εξαίρεση την υψηλή συχνότητα εμφάνισης της σε Ινδιάνους του Νέου Μεξικού (11.3/100.000) καθώς και σε γυναίκες μετανάστριες από την Λατινική Αμερική.
Στην Ευρώπη οι υψηλότερες συχνότητες παρατηρούνται σε ανατολικές χώρες όπως η Πολωνία, η Τσεχία και η Σλοβακία. Υψηλές επίσης συχνότητες εμφάνισης της νόσου παρατηρούνται στην Ισπανία και σε χώρες της Ασίας όπως η Κορέα και η Ιαπωνία .
Η συχνότητα του καρκίνου της χοληδόχου κύστεως ποικίλει στις διάφορες φυλετικές ομάδες που κατοικούν στην ίδια χώρα. Γυναίκες από την Ισπανία που ζούν στην Καλιφόρνια και στο Νέο Μεξικό έχουν την μεγαλύτερη συχνότητα εμφάνισης της νόσου σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη φυλή των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Οι αξιοσημείωτες γεωγραφικές, εθνικές και πολιτιστικές διαφορές στη συχνότητα του καρκίνου της χοληδόχου κύστεως υποδηλώνουν την ύπαρξη γενετικών και περιβαλλοντικών παραγόντων που οδηγούν στην ανάπτυξη του.

Αιτολογία /παράγοντες κινδύνου
Η ακριβής αιτιολογία της νόσου δεν έχει ακόμα ξεκαθαριστεί. Υπάρχουν αρκετοί παράγοντες κινδύνου.
Η χολολιθίαση αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα κινδύνου που ενοχοποιείται για την ανάπτυξη του καρκίνου της χοληδόχου κύστεως. Η επιδημιολογία της χοληδόχου κύστεως φαίνεται να βαδίζει παράλληλα με την επιδημιολογία του καρκίνου, υπάρχουν όμως αμφιβολίες στο κατά πόσο υπάρχει μεταξύ τους σχέση αιτίας και αποτελέσματος ή απλά μοιράζονται τους ίδιους παράγοντες κινδύνου. Μόνο το 0.3-3% των ασθενών με χολολιθίαση αναπτύσσουν τελικά καρκίνο όπως επίσης σε ένα ποσοστό 20% των ασθενών με καρκίνο δεν συνυπάρχει χολολιθίαση.
Στο 17% των ασθενών με καρκίνο στην χοληδόχο κύστη υπάρχει μία συγγενής ανωμαλία, η ανώμαλη συμβολή χοληδόχου και παγκρεατικού πόρου. Φυσιολογικά ο χοληδόχος και ο παγκρεατικός πόρος ενώνονται στο τοίχωμα του δωδεκαδακτύλου σχηματίζοντας το φύμα του Vater. Στην ανώμαλη συμβολή χοληδόχου και παγκρεατικού πόρου, οι δύο πόροι συνδέονται πριν καταλήξουν στο τοίχωμα του δωδεκαδακτύλου με αποτέλεσμα να παλινδρομεί το παγκρεατικό υγρό μέσα στη χοληδόχο κύστη και σε συνδυασμό με τη στάση χολής να επιτείνεται η φλεγμονή του τοιχώματος της χοληδόχου κύστεως. Η συγγενής αυτή ανωμαλία παρατηρείται και σε καλοήθη νοσήματα των χοληφόρων σε ποσοστό 3% .
Η πορσελανοειδής χοληδόχος κύστη είναι η εύθρυπτη χοληδόχος κύστη που παρουσιάζει εξέρυθρο αποχρωματισμό λόγω της εκτεταμένης ασβεστοποίησης του τοιχώματος της και έχει συσχετιστεί με καρκίνο σε ποσοστό 12.5-62% των ασθενών. Διακρίνεται στον τύπο I ,όταν υπάρχει πλήρης ενδοτοιχωματική ασβεστοποίηση και σε τύπο II σε εκλεκτική προσβολή του βλεννογόνου οπότε και υπάρχει μεγαλύτερη πιθανότητα κακοήθειας(σχετικός κίνδυνος 7%).
Οι πολύποδες της χοληδόχου κύστεως αποτελούν έναν ακόμα σημαντικό παράγοντα κινδύνου για την δημιουργία καρκίνου. Πολύποδες διαμέτρου 10-15mm αναπτύσσουν κακοήθεια σε ποσοστό 45-67%, ενώ πολύποδες με διάμετρο μικρότερη των 10 mm παρουσιάζουν κακοήθεια σε ποσοστό 3.7%. Παράμετροι που αυξάνουν την πιθανότητα για κακοήθεια είναι η ηλικία (50 έτη), ο μονήρης πολύποδας, η ευρεία βάση, η ανίχνευση αγγείου στη βάση του πολύποδα με χρήση υπερηχογραφήματος καθώς επίσης και η συνύπαρξη χολολιθίασης, σκληρυντικής χολαγγειίτιδας όπως και η παρουσία συμπτωμάτων.
Άλλοι παράγοντες κινδύνου είναι η παχυσαρκία, τα ενδογενή και εξωγενή οιστρογόνα, η εγκυμοσύνη, η χρόνια φλεγμονώδης νόσος του εντέρου, η οικογενής πολυποδίαση, το σύνδρομο Mirizzi , βακτηριακές λοιμώξεις, λοιμώξεις από Σαλμονέλλα, χολοκυστοεντερικά συρίγγια καθώς και η δράση διαφόρων καρκινογόνων ( αζωτουλένιο, νιτροζαμίνες, βιομηχανία υφασμάτων, χημικών, χαρτιού).

Ιστολογικοί τύποι :
Ο συχνότερος ιστολογικός τύπος είναι το αδενοκαρκίνωμα (80-95%) το οποίο μπορεί να είναι θηλώδες, σωληνώδες , βλεννώδες ή τύπου signet cells.Συνήθως διαγιγνώσκεται τη 7η δεκαετία της ζωής και συνδυάζεται με χολολιθίαση σε ποσοστό 70-90%. Άλλοι τύποι είναι το αδιαφοροποίητο καρκίνωμα (2-7%), το πλακώδες (1-6%) και το αδενοπλακώδες (1-4%). Το πλακώδες παρουσιάζει χειρότερη πρόγνωση σε σχέση με το αδενοκαρκίνωμα και εμφανίζεται συνήθως στην 4η με 6η δεκαετία της ζωής. Αναπτύσσεται ταχέως ,δίνει γρήγορα μεταστάσεις και επεκτείνεται κατά συνέχεια ιστού διηθώντας το ήπαρ και γειτονικά όργανα. Εμφανίζονται και σπανιότεροι ιστολογικοί τύποι όπως το καρκινοειδές ,το μικροκυτταρικό καρκίνωμα, το κακόηθες μελάνωμα, το λέμφωμα και το σάρκωμα.
Όσον αφορά το βαθμό διαφοροποίησης διακρίνεται σε:
Gx to grade δεν μπορεί να εκτιμηθεί
G1 υψηλής διαφοροποίησης
G2 μετρίας διαφοροποίησης
G3 χαμηλής διαφοροποίησης
G4 αδιαφοροποίητο
Οι θηλώδεις όγκοι είναι συνήθως υψηλής διαφοροποίησης γι’αυτό και έχουν καλύτερη πρόγνωση ενώ η περισσότεροι όγκοι της χοληδόχου κύστεως είναι χαμηλής διαφοροποίησης με κακή πρόγνωση.

Μοριακή Παθολογία :
Έχουν μελετηθεί μοριακές ανωμαλίες οι οποίες συμβαίνουν κατά τη σταδιακή μετάβαση του φυσιολογικού επιθηλίου της χοληδόχου κύστεως στο επιθήλιο της χρόνιας φλεγμονής, της δυσπλασίας, του καρκινώματος in situ και του διηθητικού καρκινώματος της χοληδόχου κύστεως. Η συχνότερη μετάλλαξη αφορά το KRAS γονίδιο (20-59%). Η συχνότητα μετάλλαξης του είναι ιδιαίτερα αυξημένη σε ασθενείς με κοινή συμβολή χοληδόχου και παγκρεατικού πόρου (50-83%). Συχνές είναι επίσης οι ανωμαλίες του ογκοκατασταλτικού ογκογονιδίου p53 (35-92%). Διαπιστώνονται σε διηθητικό καρκίνωμα σε ποσοστό 92%, σε καρκίνωμα in situ σε ποσοστό 86%, και σε δυσπλασία σε ποσοστό 28%.Άλλες λιγότερο συχνές ανωμαλίες είναι η αστάθεια του μικροδορυφορικού DNA, η απώλεια της ετεροζυγωτίας, η υπερέκφραση του γονιδίου DCC και c-erbB-2 και η ενίσχυση της έκφρασης της κυκλίνης D1.
Ανατομία:
Η χοληδόχος κύστη έχει μήκος 7-10 εκ και χωρητικότητα 30-50 κυβικά εκατοστά. Έχει απιοειδές σχήμα και εντοπίζεται στην σπλαχνική επιφάνεια του ήπατος, στο βόθρο της χοληδόχου κύστεως μεταξύ τετράπλευρου λοβού του ήπατος και δεξιού ημιμορίου του ήπατος. (τμήματα IVb και V). Έχει πρόσθια και οπίσθια επιφάνεια και αποτελείται από τον πυθμένα, το σώμα, τον ισθμό και τον αυχένα. Το τοίχωμα της είναι λεπτό και αποτελείται από τις εξής στιβάδες:
α) βλεννογόνος: Έχει πολυάριθμες πτυχές γνωστές ως κόλποι Rokitansky-Aschof
β) χόριο,
γ) μυϊκή στιβάδα: Περιλαμβάνει πολλές ελαστικές ίνες και ίνες κολλαγόνου μεταξύ των λείων μυϊκών ινών. Δεν υπάρχει υποβλεννογόνια μυϊκή στιβάδα.
δ) στιβάδα συνδετικού ιστού, ιδιαίτερα ανεπτυγμένη στην περιοχή του κυστικού βόθρου όπου η χοληδόχος κύστη εφάπτεται με το ήπαρ.
ε) ορογόνος: τυπικό σπλαχνικό επιθήλιο ,στην επιφάνεια της χοληδόχου που δεν εφάπτεται με το ήπαρ.

Μηχανισμός μετάδοσης:
Ο καρκίνος της χοληδόχου κύστεως μπορεί να μεταδοθεί με τις εξής οδούς:
1.Λεμφογενώς (54-64%)
2.Αιματογενώς (15%)
3.Νευρογενώς (25-35%)
4.Ενδοπορικά
5.Κατά συνέχεια ιστού
6.Ενδοπεριτοναϊκά
7.Εμφύτευση σε σημεία προηγηθείσας βιοψίας και σε χειρουργικά τραύματα.
Το τοίχωμα της χοληδόχου κύστεως έχει πολυάριθμα λεμφαγγεία. Τα λεμφαγγεία της ηπατικής επιφάνειας συνδέονται με το σύστημα λεμφαγγειακής αποχέτευσης των τμημάτων IV και V του ήπατος. Τα λεμφαγγεία του πυθμένα και του σώματος συναθροίζονται σε στελέχη που αποχετεύουν προς τον λεμφαδένα του κυστικού πόρου. Η κύρια οδός αποχέτευσης των εξωηπατικών χοληφόρων προς τα δεξιά του χοληδόχου πόρου και καταλήγει στους παγκρεατοδωδεκαδακτυλικούς λεμφαδένες.
Η δεύτερη οδός ,οδεύει προς τα έσω της πυλαίας στον ηπατοδωδεκαδακτυλικό σύνδεσμο προς τους λεμφαδένες της κοινής ηπατικής. Μια Τρίτη οδός ακολουθεί την πρόσθια επιφάνεια της πυλαίας και καταλήγει στους λεμφαδένες της άνω μεσεντερίου αρτηρίας.
Η επιφάνεια της χοληδόχου κύστης που εφάπτεται στο ήπαρ αποχετεύεται από πολλές μικρές φλέβες, 2-20, που περνούν από το βόθρο της χοληδόχου κύστης προς τα τριχοειδή του ήπατος και στη συνέχεια τη μέση ηπατική φλέβα.. Οι φλέβες της επιφάνειας της χοληδόχου κύστης σχηματίζουν μία φλέβα που αποχετεύει τον πυθμένα και το σώμα και άλλες φλέβες που αποχετεύουν τον αυχένα και τον κυστικό πόρο, οι οποίες συμβάλλουν με τις φλέβες των ηπατικών πόρων προς τα τριχοειδή του ήπατος και τις ηπατικές φλέβες μάλλον παρά προς κλάδους της πυλαίας.
Η διήθηση του ήπατος μπορεί να γίνει απευθείας μέσω της κοίτης της χοληδόχου κύστεως (liver bed type), ή μέσω του ηπατοδωδεκαδακτυλικού συνδέσμου (hepatic hilum type). Η νευρογενής επέκταση της νόσου είναι συχνή και αποτελεί κακό προγνωστικό σημείο. Η ενδοπορική επέκταση είναι σπάνια και συνήθως συναντάται στους θηλώδεις όγκους . Είναι δυνατή επίσης η διήθηση του κόλου, του στομάχου, του δωδεκαδακτύλου, του παγκρέατος καθώς και η γενικευμένη καρκινομάτωση της κοιλίας.

Κλινική εικόνα
Ο καρκίνος της χοληδόχου κύστεως παραμένει κατά κανόνα ασυμπτωματικός για μεγάλο χρονικό διάστημα και η διάγνωση τίθεται συνήθως μετά από χολοκυστεκτομή για χολολιθίαση ή χολοκυστίτιδα. Η νόσος αποτελεί τυχαίο εύρημα σε ποσοστό 0.3-1% των χολοκυστεκτομών που πραγματοποιούνται και η διάγνωση τίθεται με την ιστολογική εκτίμηση του παρασκευάσματος. Το ποσοστό αυτό αυξάνεται στις περιοχές με την μεγαλύτερη επίπτωση της νόσου στο 5-7% .
Η προεγχειρητική διάγνωση σ’αυτό το στάδιο θεωρείται αδύνατη, ενώ η διεγχειρητική εκτίμηση των ευρημάτων διακρίνεται από ευαισθησία και ειδικότητα 79% και 93% αντίστοιχα. Όταν έχει συμπτώματα συνήθως παρουσιάζεται ως κολικός χοληφόρων ή ως χρόνια χολοκυστίτιδα. Συχνή είναι η παρουσία ενός σταθερού άλγους στο δεξιό υποχόνδριο σε συνδυασμό με απώλεια βάρους και ανορεξία. Η απώλεια βάρους ,η ανορεξία και ο ίκτερος είναι συμπτώματα που κατά κανόνα υποδηλώνουν προχωρημένη νόσο. Η παρουσία ψηλαφητής μάζας υποδηλώνει κατά κανόνα την παρουσία μη εξαιρέσιμης νόσου. Είναι δυνατό να εκδηλωθεί ως απόφραξη ή αιμορραγία πεπτικού. Όλα αυτά τα συμπτώματα μπορούν να χωριστούν σε πέντε κλινικά σύνδρομα με τα οποία και εμφανίζεται ο καρκίνος της χοληδόχου κύστεως:
1.οξεία χολοκυστίτιδα, συνήθως σε πρώϊμο στάδιο της νόσου με αποτέλεσμα να έχει καλύτερη πρόγνωση
2.χρόνια χολοκυστίτιδα
3.νόσος χοληφόρων, οπότε υπάρχει άλγος δεξιού υποχονδρίου το οποίο μπορεί να συνδυάζεται με αδυναμία, ίκτερο, απώλεια βάρους.
4.κακοήθης νόσος εκτός των χοληφόρων, όταν υπάρχει διήθηση γειτονικών οργάνων
5.καλοήθεις εκδηλώσεις εκτός των χοληφόρων, όπως αιμορραγία ή απόφραξη πεπτικού.

Διάγνωση
Αιματολογικές εξετάσεις:
Είναι κατά κανόνα μη ειδικές και επηρεάζονται συνήθως σε προχωρημένα στάδια της νόσου οπότε και εμφανίζεται αναιμία, λευκοκυττάρωση, υπολευκωματιναιμία, αυξημένα επίπεδα αλκαλικής φωσφατάσης και χολερυθρίνης. Οι καρκινικοί δείκτες CEA και CA 19-9 είναι συχνά αυξημένοι και χρήσιμοι όταν οι απεικονιστικές εξετάσεις θέτουν την υποψία της νόσου. Τιμές του καρκινοεμβρυικού αντιγόνου CEA >4 μG/L; έχουν 93% ευαισθησία και 50% ειδικότητα. Τιμές του CA 19-9 >20 U/ml έχουν 79.4% ευαισθησία και 79,2% ειδικότητα. Ο δείκτης Ca 125 θεωρείται επίσης σημαντικός για την πιθανή παρουσία καρκίνου στην χοληδόχο κύστη. Τιμές του Ca 125 >11 U/mL έχουν 64 % ευαισθησία και 90% ειδικότητα.

Απεικονιστικά ευρήματα:
Όταν υπάρχει υποψία για την παρουσία καρκίνου στην χοληδόχο κύστη η πρώτη εξέταση που γίνεται είναι το υπερηχογράφημα. Παρόλο που το υπερηχογράφημα έχει υψηλή ευαισθησία στη διάκριση όγκων σε προχωρημένα στάδια, θεωρείται αναξιόπιστο για την ανίχνευση πρώϊμης νόσου. Για τον λόγο αυτό η αξονική τομογραφία και η μαγνητική τομογραφία χρησιμοποιούνται όλο και περισσότερο για την διερεύνηση αλλοιώσεων της χοληδόχου κύστεως και την παρακολούθηση της πορείας της νόσου. Ο καρκίνος της χοληδόχου κύστεως μπορεί να παρουσιαστεί σε οποιαδήποτε από αυτές τις εξετάσεις ως μια μάζα που πληρώνει ή αντικαθιστά πλήρως τον αυλό της χοληδόχου κύστεως(40-65%), ως πάχυνση του τοιχώματος διάχυτη ή εντοπισμένη (20-30%) ή ως ενδοαυλικός πολύποδας (15-25%).
Υπερηχογράφημα κοιλίας (US) :Υπερηχογραφικά ευρήματα συμβατά με καρκίνο ης χοληδόχου κύστεως αποτελούν η υφηπατική μάζα, η διακοπή της συνέχειας του βλεννογόνου, το υπερηχογενές τοίχωμα, οι αποτιτανώσεις και η παρουσία πολυποειδούς σχηματισμού. Το υπερηχογράφημα δεν προσδιορίζει την πλήρη έκταση της νόσου ή την παρουσία περιτοναϊκών ή λεμφαδενικών μεταστάσεων
Αξονική τομογραφία (CT): Υπερτερεί του υπερηχογραφήματος ιδιαίτερα στα πρώτα στάδια της νόσου. Απεικονίζει διάχυτη ή εστιακή πάχυνση και διήθηση του τοιχώματος, καθώς και βλάβες ενδεικτικές κακοήθειας, όπως διάταση χοληφόρων, διήθηση γειτονικών στοιχείων, ηπατικές ή λεμφαδενικές μεταστάσεις. Με τη χρήση της spiral CT και της multidetector CT είναι δυνατή η λήψη λεπτότερων τομών. Η spiral CT ανιχνεύει περιτοναϊκές μεταστάσεις με ευαισθησία 83-95%.
Μαγνητική τομογραφία (ΜRI): Δεν υπερτερεί της αξονικής τομογραφίας στη διάγνωση της νόσου και στη εκτίμηση των μεταστατικών εστιών. Η προσθήκη μαγνητικής αγγειογραφίας προσδιορίζει την έκταση της αγγειακής διήθησης και συμβάλλει στην εκτίμηση της εξαιρεσιμότητας του όγκου.
Χολαγγειογραφία : είναι χρήσιμη σε απόφραξη των χοληφόρων οδών. Διήθηση του ηπατικού πόρου στο τμήμα V του ήπατος είναι ενδεικτική καρκίνου της χοληδόχου κύστεως. Μπορεί να πραγματοποιηθεί με ERCP, PTC ή MRCP. Είναι δυνατή η τοποθέτηση stent, η λήψη βιοψίας και ο προγραμματισμός της πιθανής χειρουργικής επέμβασης.
Flouorodeoxyglycose Positron Emition Tomography (PET): Δεν έχει χρησιμοποιηθεί στον καρκίνο της χοληδόχου κύστεως λόγω της σπανιότητας της νόσου. Έχει όμως αναφερθεί σε μικρές μελέτες οι οποίες αναφέρουν πολύ καλά ποσοστά ευαισθησίας και ειδικότητας.
Λαπαροσκόπηση: Συμβάλλει στην απεικονιστική και ιστολογική επιβεβαίωση της νόσου, εκτιμά την έκταση των διηθήσεων και την παρουσία μικροσκοπικών εμφυτεύσεων και αποτρέπει συχνά την εκτέλεση μιας περιττής λαπαροτομίας.

Θεραπεία
Χειρουργική θεραπεία
Μόνο το 10-30% των ασθενών μπορεί να θεωρηθεί ότι θα λάβουν δυνητικά θεραπευτικό χειρουργείο2.
Το χειρουργείο μπορεί να είναι απλή χολοκυστεκτομή ή ριζική εκτεταμένη χολοκυστεκτομή. Η ριζική εκτομή περιλαμβάνει ευρεία εκτομή του πεδίου της χοληδόχου κύστεως, εκτομή των εξωηπατικών χοληφόρων, εκτομή en bloc των παρακείμενων λεμφαδένων και εκτομή των τμημάτων V και IVB του ήπατος (μερικοί γιατροί συνιστούν και παγκρεατο-δωδεκαδακτυλο-εκτομή).
Το στάδιο Ι μπορεί να θεραπευτεί επιτυχώς με απλή χολοκυστεκτομή, με επιβίωση >85% αλλά πολλοί γιατροί συνιστούν ριζική χολοκυστεκτομή.
Ακτινοθεραπεία
Σε ασθενείς με ανεγχείρητους όγκους, η ακτινοθεραπεία από μόνη της είναι σπανίως μια επιτυχής ανακουφιστική προσπέλαση.
Διάφορες αναφορές επιβεβαιώνουν την βελτίωση στην επιβίωση σε περιπτώσεις διεγχειρητικής ή μετεγχειρητικής συμπληρωματικής ακτινοθεραπείας. Καμία όμως τυχαιοποιημένη προοπτική μελέτη δεν έχει πραγματοποιηθεί ώστε να επιβεβαιώσει αυτά τα δεδομένα.

Χημειοθεραπεία και ανακουφιστική θεραπεία
Η χημειοθεραπεία φαίνεται να προσδίδει ανακουφιστικά οφέλη σε ασθενείς με καρκίνο των χοληφόρων, εντούτοις δεν υπάρχουν επιβεβαιωμένες αποδείξεις του ώφελους της επιβίωσης.
Ιστορικά, οι φλουοροπυριμιδίνες ήταν η θεραπεία εκλογής ανέκαθεν αλλά οι ανταποκρίσεις ήταν <10%. Αργότερα, η γεμσιταμπίνη θεωρήθηκε ως η θεραπεία εκλογής. Ο συνδυασμός γεμσιταμπίνης με πλατίνα έδειξε υψηλές ανταποκρίσεις κυμαινόμενες 20-60% και μέση επιβίωση μέχρι 20 μήνες.
Η μιτομυκίνη σαν μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό έδειξε ανταποκρίσεις μέχρι 47% με μέση επιβίωση ως 9.5 μήνες.
Άλλοι μονήρεις παράγοντες με δραστηριότητα περιλαμβάνουν την ντοσιταξέλη, την ιρινοτεκάνη, τις ανθρακυκλίνες, την καρμποπλτίνα και τη όξαλι-πλατίνα.

 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει Περισσότερα από τον συγγραφέα

Αφήστε μια απάντηση

Εγγραφή στο Newsletter μας!

Εγγραφείτε στο ενημερωτικό μας δελτίο και ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία Ιατρικά Νέα.

You have Successfully Subscribed!

Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων