ΠΡΟΣΥΜΠΤΩΜΑΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΚΑΡΚΙΝΟΥ ΠΑΧΕΟΣ ΕΝΤΕΡΟΥ

0 516

Οι προτεινόμενες εξετάσεις προσυμπτωματικού ελέγχου (screening) του γενικού πληθυσμού διακρίνονται σε:

 

 
α) εξετάσεις πρόληψης καρκίνου παχέος εντέρου:
1. κολονοσκόπηση (προτιμώμενη εξέταση)
2. ορθοσιγμοειδοσκόπηση με εύκαμπτο ενδοσκόπιο
3. CT κολονοσκόπηση (CT Colonography)

 

 
β) εξετάσεις πρώιμης ανίχνευσης καρκίνου παχέος εντέρου (πραγματοποιούνται σε περίπτωση άρνησης της κολονοσκόπησης και των άλλων εξετάσεων πρόληψης):
1. Ανοσοϊστοχημική μέθοδος ανίχνευσης αίματος στα κόπρανα – Fecal Immunochemical Test (FIT)
ή εναλλακτικά
2. Υψηλής ευαισθησίας μέθοδοι ανίχνευσης αίματος στα κόπρανα gFOBT – Fecal Occult Blood Test (όπως το Hemoccult)
3)DNA τεστ κοπράνων
Η διαφορά τους έγκειται στο γεγονός ότι οι διαγνωστικές εξετάσεις πρόληψης έχουν τη δυνατότητα να απεικονίσουν και τον καρκίνο αλλά και άλλες προκαρκινικές αλλοιώσεις , όπως είναι οι πολύποδες στο παχύ έντερο. Αντίθετα, οι εξετάσεις ανίχνευσης του καρκίνου έχουν χαμηλή ευαισθησία στην ανίχνευση των πολυπόδων και χαμηλότερη ευαισθησία στην ανίχνευση των νεοπλασματικών εξαλλαγών. Έτσι οι προληπτικές εξετάσεις είναι προτιμώμενες των εξετάσεων ανίχνευσης και αυτές πρέπει να προτείνονται πρώτα, χωρίς να προσφέρονται ισότιμα στον «ασθενή» όλες οι διαθέσιμες επιλογές που υπάρχουν.
1. Κολονοσκόπηση
Η κολονοσκόπηση αποτελεί πλέον την αιχμή της πρόληψης του καρκίνου του παχέος εντέρου. Αυτό συμβαίνει γιατί μπορεί να συνδυάσει την ευρεία διαθεσιμότητα με την εξέταση ολόκληρου του παχέος εντέρου, την διάγνωση και θεραπεία σε μια συνεδρία, την άνεση του ασθενούς όταν πραγματοποιείται υπό μέθη και τέλος είναι η μόνη εξέταση με τόσο μεγάλο μεσοδιάστημα (10 έτη) μεταξύ των συνεδριών. Το χρονικό διάστημα των 10 ετών που μεσολαβεί μέχρι την επανεξέταση για την πρόληψη του καρκίνου του παχέος εντέρου, κρίνεται ασφαλές, με πολύ σπάνιες εξαιρέσεις παραλλαγών όγκων με πολύ μεγάλους ρυθμούς ανάπτυξης, όπως σε
περιπτώσεις μικροδορυφορικής αστάθειας, ή φαινότυπου CpG Island Methylator. Βέβαια η κολονοσκόπηση δεν είναι άμοιρη επιπλοκών αφού υπάρχει ο κίνδυνος διάτρησης του εντέρου και αιμορραγίας και επιπλέον εμπεριέχει και την δυσάρεστη συνιστώσα της εντερικής προετοιμασίας προ της εξετάσεως.
Τυχαιοποιημένες μελέτες έδειξαν ελάττωση της επίπτωσης του καρκίνου του παχέος εντέρου έως και 80% σε πληθυσμούς που υποβλήθηκαν σε προληπτική ορθοσιγμοειδοσκόπηση και επί ανευρέσεως πολυπόδων σε ολική κολονοσκόπηση έναντι πληθυσμών χωρίς κανένα προληπτικό έλεγχο. Παράλληλα, αντίστοιχες μελέτες cohort έδειξαν μείωση της επίπτωσης του καρκίνου κατά 76 – 90% σε πληθυσμούς που υποβλήθηκαν σε ενδοσκοπικό έλεγχο του παχέος εντέρου και πολυπεκτομή, σε σύγκριση με πληθυσμούς χωρίς κανένα προληπτικό έλεγχο. Παρόλα ταύτα η κολονοσκόπηση σαν διαγνωστική προληπτική μέθοδος θα πρέπει να γίνεται από εξειδικευμένο ιατρικό προσωπικό, που θα λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα, προκειμένου να βελτιώνεται η ποιότητα και η αποδοτικότητα σε σχέση με το οικονομικό κόστος της εξέτασης
Καθοριστικά κριτήρια υψηλής ποιότητας της κολονοσκόπησης είναι:
1. ο τρόπος προετοιμασίας του παχέος εντέρου (χορήγηση καθαρτικού σκευάσματος σε διαιρεμένες δόσεις – split dose).
2. η προσπέλαση του τυφλού και η φωτογράφησή του
3. ο καθορισμός για κάθε ενδοσκόπο του αριθμού των αδενωμάτων που ανιχνεύει
4. ο χρόνος απόσυρσης του ενδοσκοπίου (ο οποίος εξαιρουμένων επεμβατικών χειρισμών θα πρέπει να είναι μεγαλύτερος των 6 λεπτών)
5. η αφαίρεση όλων των πολυπόδων διαμέτρου > 5 mm
6. η επιμελής επιτήρηση σε τμηματική εκτομή επίπεδων πολυπόδων
2. Ορθοσιγμοειδοσκόπηση με εύκαμπτο ενδοσκόπιο
Τα τελευταία χρόνια η χρήση της εύκαμπτης ορθοσιγμοειδοσκόπησης έχει μειωθεί δραματικά ,γιατί μικρό μόνο μέρος του παχέος εντέρου μπορεί να εξεταστεί, η προετοιμασία του εντέρου δεν είναι τόσο αποδοτική και οι ασθενείς δεν υποβάλλονται σε ενδοσκόπηση υπό «μέθη». Παρόλα αυτά, περίπου το 60 – 70% των νεοπλασιών μπορούν να ανιχνευτούν με τη σιγμοειδοσκόπηση. Στον προληπτικό έλεγχο η χρήση της προτείνεται ανά πενταετία μόνη της ή σε συνδυασμό με ετήσιο έλεγχο για ανίχνευση αίματος στα κόπρανα (gFOBT ή FIT), εφόσον το άτομο αρνείται τον πλήρη κολονοσκοπικό έλεγχο.
3. CT κολονοσκόπηση και βαριούχος υποκλυσμός
Ο βαριούχος υποκλυσμός με διπλή σκιαγραφική αντίθεση παρά το χαμηλό του κόστος δεν προτείνεται πλέον ως μέθοδος ανίχνευσης του καρκίνου του παχέος εντέρου. Η ευαισθησία της αξονικής κολονοσκόπησης στην ανίχνευση μεγάλων αδενωμάτων (> 9mm) φτάνει στο 90% και η ειδικότητά της στην ανίχνευση του καρκίνου του παχέος εντέρου είναι 86%. Η ευαισθησία της μεθόδου για μικρότερες βλάβες είναι χαμηλή, ιδιαίτερα για την πλειονότητα των πολύποδων του παχέος εντέρου (<5 mm). Ασθενείς με αδενώματα > 6mm στην CT κολονοσκόπηση
παραπέμπονται για κολονοσκόπηση. Ακόμη, υπάρχει υψηλό ποσοστό ψευδώς θετικών ευρημάτων, ενώ δεν έχει μελετηθεί επαρκώς ο κίνδυνος ακτινοβολίας από την εξέταση ή την επαναλαμβανόμενη έκθεση.
4. Μέθοδοι ανίχνευσης αίματος στα κόπρανα
Η παρουσία αίματος στα κόπρανα δεν αποτελεί ειδικό εύρημα, συχνά όμως οφείλεται στον καρκίνο του παχέος εντέρου ή σε μεγάλους πολύποδες (>1 cm). Απαιτείται ετήσιος έλεγχος αποτελούμενος από 2 ή 3 δείγματα 3 συνεχόμενων κενώσεων και ανάλυση είτε με υψηλής ευαισθησίας gFOBT ή με ανοσοϊστοχημική μέθοδο ανίχνευσης αίματος στα κόπρανα (FIT). Η πρώτη βασίζεται στην ανίχνευση της υπεροξειδάσης του αίματος και η δεύτερη στην ανίχνευση της σφαιρίνης της ανθρώπινης αιμοσφαιρίνης. Η gFOBT παρουσιάζει υψηλότερη ευαισθησία από τις παλαιότερες μεθόδους ανίχνευσης αιμοσφαιρίνης κοπράνων αλλά χαμηλότερη από τη FIT, η οποία είναι περισσότερο ειδική για παρουσία ανθρώπινου αίματος και δεν επηρεάζεται από τη τροφή. Έτσι, η FIT αποτελεί την ενδεικνυόμενη μέθοδο. Με την ετήσια επανάληψη της εξέτασης φαίνεται να ανευρίσκεται η πλειοψηφία των περιπτώσεων καρκίνου του παχέος εντέρου, ενώ η ευκαιριακή χρήση της έχει χαμηλή ευαισθησία. Η συλλογή των δειγμάτων πρέπει να γίνεται αυστηρά σύμφωνα με τις οδηγίες του κατασκευαστή. Αν η δοκιμασία αποβεί θετική πρέπει να εκτελεστεί ολική κολονοσκόπηση.
5. Εξέταση DNA κοπράνων
Η μέθοδος βασίζεται στην ανίχνευση στα κόπρανα μοριακών δεικτών που σχετίζονται με τις γενετικές μεταβολές που επισυμβαίνουν κατά την μετάπτωση του υγιούς ιστού σε αδένωμα και καρκίνωμα («αλληλουχία αδένωμα – καρκίνωμα»). Τα νεοπλασματικά κύτταρα που περιέχουν αλλαγές του DNA αποπτίτουν στον αυλό του εντέρου και ανιχνεύονται στα κόπρανα. Επειδή το ανθρώπινο DNA είναι σταθερό στα κόπρανα μπορεί να διαχωριστεί και να απομονωθεί από το μικροβιακό DNA. Η μέθοδος παρουσιάζει πλεονεκτήματα, όπως ότι είναι ανεξάρτητη από την παρουσία αίματος στα κόπρανα, απαιτεί μία μόνο συλλογή δείγματος και είναι εύκολα αποδεκτή από τους ασθενείς.
Από την άλλη πλευρά όμως, η ευαισθησία της μεθόδου δεν είναι υψηλή ακόμη και το κόστος της είναι σημαντικό. Τέλος δεν υπάρχει επαρκής βιβλιογραφία που να καθορίζει το κατάλληλο μεσοδιάστημα επανάληψης της αρνητικής εξέτασης, όπως επίσης ούτε κλινικές οδηγίες παρακολούθησης ασθενών με θετική εξέταση DNA και αρνητική κολονοσκόπηση.

Αφήστε μια απάντηση