Clostridium Difficile (CD) – Ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα

0 502

Το Clostridium Difficile (CD) ευθύνεται για το 10-30% των διαρροιών που σχετίζεται με χορήγηση αντιβιοτικών και αποτελεί την πιο κοινή αιτία νοσοκομειακής διάρροιας. Πρόκειται για Gram θετικό, αναερόβιο μικροοργανισμό που μπορεί να προκαλέσει ψευδομεμβρανώδη κολίτιδα.

[toggles title=»Επιδημιολογία»][textmarker color=»BD1717″]Το Clostridium Difficile (CD)[/textmarker] ευθύνεται για το 10-30% των διαρροιών που σχετίζεται με χορήγηση αντιβιοτικών και αποτελεί την πιο κοινή αιτία νοσοκομειακής διάρροιας. Πρόκειται για Gram θετικό, αναερόβιο μικροοργανισμό που μπορεί να προκαλέσει ψευδομεμβρανώδη κολίτιδα. Επιδημιολογικές έξάρσεις, σχετιζόμενες με την χρήση κλινδαμυκίνης, έχουν πρόσφατα ανακοινωθεί στις ΗΠΑ, τον Καναδά και την Ευρώπη, προκαλώντας μεγαλύτερη νοσηρότητα και θνητότητα συγκριτικά με το παρελθόν. Υπάρχουν στελέχη του Clostridium Difficilee ανθεκτικά στην κλινδαμυκίνη, τα οποία προκαλούν αυξημένη νοσηρότητα στα νοσοκομεία ενώ πρόσφατες μελέτες ενοχοποιούν και τις κινολόνες όταν αυτές χορηγούνται ως μονοθεραπεία ή και σε συνδυασμό με άλλα αντιβιοτικά. Αναδρομική ανασκόπηση της βιβλιογραφίας δείχνει αύξηση της επίπτωσης στις ΗΠΑ, από 102 περιπτώσεις ανα 100.000 το 1991 σε 866 περιπτώσεις ανά 100.000 το 2003, ιδιαίτερα σε ασθενείς ηλικίας άνω των 65 ετών οι οποίοι είχαν εκτεθεί σε κινολόνες καθώς επίσης και υψηλότερη θνητότητα κατά 13,8%. Οι σχετιζόμενες με την υγειονομική περίθαλψη περιπτώσεις με Διάρροια οφειλόμενη σε CD ( CDAD) παρουσίασαν επίσης αύξηση κατά 26% την περίοδο 2000-2001. Οι παράγοντες κινδύνου πρέπει να αξιολογούνται σε κάθε περίπτωση ενώ σύμφωνα με προοπτικές μελέτες η πλειοψηφία των ασθενών αυτών είχαν νοσηλευτεί σε νοσοκομείο τους τελευταίους 12 μήνες.[/toggles]

[toggles title=»Αιτιολογία»]Το Clostridium Difficilee σχετίζεται συνήθως με τη χρήση αντιβιοτικών σε ποσοστό εως και 95%. Οι πιο κοινές κατηγορίες αντιβιοτικών που σχετίζονται είναι [textmarker color=»2B79FF»]οι κεφαλοσπορίνες (75-84%)[/textmarker], [textmarker color=»2B79FF»]οι μακρολίδες[/textmarker], [textmarker color=»2B79FF»]η κλινδαμυκίνη[/textmarker] και [textmarker color=»2B79FF»]οι κινολόνες[/textmarker], ενώ ελάχιστες περιπτώσεις έχουν ενοχοποιήσει ακόμη και την μετρονιδαζόλη και βανκομυκίνη. Από καλά σχεδιασμένες μελέτες φαίνεται ότι η παρατεταμένη χρήση( 6 μήνες) αναστολέων της αντλίας πρωτονίων (PPIs) αποτελεί σημαντικό παράγοντες κινδύνου ακόμη και σε ασθενείς που δεν είχαν εισαχθεί σε νοσοκομείο τον τελευταίο χρόνο. Πιθανά τα PPIs μειώνοντας δραστικά τη γαστρική οξύτητα βοηθούν το Clostridium Difficilee και την τοξίνη του να επιβιώσουν. Αντίθετα οι αναστολείς Η2 δεν βρέθηκε να αποτελούν σοβαρό παράγοντα κινδύνου. Τα άτομα με ιστορικό νεφρικής ανεπάρκειας, κακοήθεια, ΙΦΝΕ, θετική καλλιέργεια για MRSA και ασθενείς με σοβαρά υποκείμενα νοσήματα έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να αναπτύξουν CDAD. Συμπληρωματικός με τη χρήση αντιβιοτικών παράγοντας κινδύνου είναι και το νοσοκομειακό περιβάλλον. Η συνύπαρξη σε δωμάτιο νοσοκομείου με ασθενή με θετική καλλιέργεια θέτει τον συνοσηλευόμενο σε υψηλότερο κίνδυνο ακόμη και αν είναι ασυμπτωματικός. Στις περιπτώσεις αυτές, ο κίνδυνος απόκτησης του Clostridium Diffi cilee είναι 6 φορές μεγαλύτερος σε νοσηλευόμενους ασθενείς σε σχέση με αυτούς που δεν έχουν εκτεθεί σε συνοσηλευόμενους. Στο νοσοκομειακό περιβάλλον, άλλοι προδιαθεσικοί παράγοντες είναι η σίτιση μέσω levin και η εισαγωγή σε ΜΕΘ. Οι εργαζόμενοι στον τομέα της υγείας είναι δυνατό να συμβάλουν στην εξάπλωση της νόσου. Μια εστία μόλυνσης αποτελούν τα χέρια του προσωπικού των νοσοκομείων. Το 59% των εργαζομένων βρέθηκε θετικό για Clostridium Difficilee σε καλλιέργειες από τα χέρια μετά από επαφή με ασθενείς με θετικές καλλίεργειες για Clostridium Diffi cilee ακόμη και αν ήταν ασυμπτωματικοί.Το Clostridium Diffi cilee μπορεί να μεταδοθεί από ασθενή σε ασθενή μέσω μολυσμένων οργάνων όπως τα στηθοσκόπια ή τα θερμόμετρα. Επιπλέον παραμένει στις διάφορες επιφάνειες μετά από μόλυνση σε δωμάτια που νοσηλεύονται συμπτωματικοί ασθενείς ή ασυμπτωματικοί φορείς. Οι καλλιέργειες από τις διάφορες επιφάνειες βρέθηκαν θετικές σε ποσοστό 8%, ακόμη και αν δεν υπήρχαν στο χώρο ασθενείς με θετικές καλλιέργειες για περισσότερες από 48 ώρες.[/toggles]

[toggles title=»Παθοφυσιολογία»]Οι σπόροι του Clostridium Difficilee βρίσκονται ευρέως στο περιβάλλον, συμπεριλαμβανομένων των μπάνιων, των πτερύγων των νοσοκομείων και των παιδικών σταθμών. Η έκθεση σε αντιβιοτικά καταστέλλει την φυσιολογική εντερική χλωρίδα, κυρίως τα Βακτηριοειδή (>90%), επιτρέποντας στο παθογόνο Clostridium Difficilee να πολλαπλασιάζεται και να παράγει τοξίνη. Ωστόσο δεν παράγουν όλα τα στελέχη τοξίνη ούτε είναι όλα παθογόνα. Μετά την λήψη δια του στόματος, οι σπόροι του Clostridium Difficilee εκβλαστάνουν στο λεπτό έντερο και αποικίζουν τον κατώτερο γαστρεντερικό σωλήνα. Η Β τοξίνη καταστρέφει τον εντερικό βλεννογόνο προκαλώντας νέκρωση και κυτταρική βλάβη. Ακόμη, σχηματίζει ψευδομεμβράνες, ενώ η Α τοξίνη ευθύνεται για τις υδαρείς διάρροιες. Το παθογόνο στέλεχος του Clostridium Difficilee παράγει 16 φορές περισσότερη Α τοξίνη και 23 φορές περισσότερη Β τοξίνη και σε ταχύτερο ρυθμό σε σχέση με τα λοιπά στελέχη. Η εμφάνιση και η βαρύτητα της λοίμωξης εξαρτάται από την ανοσολογική απάντηση του κάθε ατόμου και την ικανότητα παραγωγής αντισωμάτων εναντίον των τοξινών. Τα άτομα που παράγουν αντισώματα εναντίον της Α τοξίνης είναι καλύτερα προστατευμένα από αυτά με χαμηλούς τίτλους αντισωμάτων τα οποία είναι περισσότερα ευπαθή σε παρατεταμένες ή υποτροπιάζουσες λοιμώξεις CDAD. Οι ασυμπτωματικοί φορείς του Clostridium Difficilee διαχέουν συνεχώς οργανισμούς ικανούς να παράγουν τοξίνη μολύνοντας το περιβάλλον. Ανάμεσα στο γενικό ενήλικο πληθυσμό το 3-5% και ως τα 2/3 των νοσηλευόμενων ασθενών είναι αποικισμένοι.[/toggles]
[toggles title=»Κλινικά Χαρακτηριστικά»]Μολονότι τα κλινικά χαρακτηριστικά της CDAD είναι ευκρινή, είναι σχετικά μη ειδικά. Μια χαμηλή πυρετική κίνηση (28%) μπορεί να συνοδεύει την ύπαρξη πόνου στο υπογάστριο ή κράμπες (22%) και υδαρείς ή μαλακές διαρροϊκές κενώσεις με πιθανή πρόσμιξη βλέννας ως και 20 φορές ημερησίως. Οι ασθενείς μπορεί επίσης να εμφανίζουν κακουχία, ναυτία ή εμέτους. Λευκοκυττάρωση παρατηρείται στο 50% των περιπτώσεων. Τα συμτώματα συνήθως ξεκινούν 5-10 μέρες μετά την έναρξη των αντιβιοτικών αλλά μπορεί να διακυμαίνονται από 1 ημέρα ως 10 εβδομάδες κατα την πορεία της θεραπείας. Οι σοβαρές περιπτώσεις CDAD είναι δυνατό να εμφανιστούν χωρίς διάρροιες αλλά με τοξικό μεγάκολο, μαζί με ασκίτη και χαμηλή αλβουμίνη. Η CDAD μπορεί να εκδηλωθεί και εκτός παχέος εντέρου, συνήθως σε ασθενείς με συνοσηρότητα, εμφανιζόμενη με πυρετό και τοπικά πόνο χωρίς διάρροια. Τέτοιες περιπτώσεις περιλαμβάνουν την βακτηριαιμία, τα ενδοκοιλιακά αποστήματα και τα εξωκοιλιακά αποστήματα (π.χ. μολύνσεις ποδός, εγκεφαλικό απόστημα). Προδιαθεσικοί παράγοντες και στοιχεία που πρέπει να αφυπνίζουν το γιατρό για το ενδεχόμενο CDAD είναι η ηλικία άνω των 65 ετών, ιστορικό πρόσφατης νοσηλείας ή χειρουργείου τους προηγούμενους 2 μήνες, σίτιση μέσω σωλήνα τους τελευταίους 2 μήνες, ανοσοκαταστολή, λευκοκυττάρωση και αυξημένη τιμή κρεατινίνης. Ο ορισμός της νοσοκομειακής CDAD περιλαμβάνει: διάρροια, 5 ή περισσότερες σε διάστημα 36 ωρών καθώς και χρήση αντιβιοτικών τις προηγούμενες 8 εβδομάδες, ανίχνευση της τοξίνης του Clostridium Difficilee και ανταπόκριση στη θεραπεία. Καθυστερημένη εμφάνιση της CDAD ορίζεται ως έναρξη των συμπτωμάτων 2 εβδομάδες μετά την έκθεση. Ενδιαφέρον προκαλεί το γεγονός ότι η συχνότητα των κενώσεων ήταν μικρότερη για τη νοσοκομειακή CDAD ή τους νοσηλευόμενους ασθενείς σε σχέση με αυτή της κοινότητας.[/toggles]
[toggles title=»Διάγνωση»]Η αλήθεια είναι, ότι επικρατεί σχετική σύγχυση στη διαγνωστική προσπέλαση, αφού μέχρι σήμερα, δεν έχει αποσαφηνιστεί η καλύτερη μέθοδος διάγνωσης. Στο παρελθόν οι δύο μέθοδοι αναφοράς ήταν:α) η καλλιέργεια των τοξινογόνων στελεχών (TC). Σημειώνεται ότι η απλή καλλιέργεια CD δεν είναι κατάλληλη, διότι δεν παράγουν όλα τα στελέχη τοξίνες β) η ανεύρεση της κυτταροξίνης στα κόπρανα με τη βιολογική μέθοδο (CCNA, cytotoxicity assay), που είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη στην παρουσία τοξίνης Β σε σχέση με την Α. Οι παραπάνω μέθοδοι απαιτούν ιδιαίτερη εμπειρία, είναι χρονοβόρες και έχουν υψηλό κόστος. Χρησιμοποιούνται σε ερευνητικές μελέτες, συχνά δε ως συγκριτικές μέθοδοι αναφοράς. Σημειώνεται ότι μόνο φρέσκα κόπρανα από ασθενείς με διάρροια πρέπει να ελέγχονται για CD. Η ανίχνευση των τοξινών Α και Β με τις ανοσοενζυμικές μεθόδους του εμπορίου, αποτελούσε το πιο εύκολο και διαδεδομένο τρόπο. Έχουν όμως μικρότερη ευαισθησία (33-95%), σε σχέση με τις μεθόδους αναφοράς, ενώ μικρός αριθμός τοξινογόνων στελεχών, που παράγουν μόνο τη Β μπορεί να χαθεί, όταν η ανοσολογική μέθοδος ελέγχει μόνο στελέχη για τοξίνη Α. Δύο είναι οι μεγαλύτερες εξελίξειςστη διάγνωση: α) η ανίχνευση της γλουταμικής δευδρογενάσης (GDH) στα κόπρανα, σαν έλεγχος για CDI β) η ανάπτυξη της μεθόδου πολλαπλασιασμού των νουκλεικών οξέων (ΝΑΑΤ, nucleic acid amplification tests), όπως η PCR για την ανίχνευση των τοξινογόνων στελεχών. Η GDH είναι ένζυμο που παράγεται σε μεγάλες ποσότητες από το CD, σε σχέση με τις τοξίνες. Αν και είναι ευαίσθητη, δεν είναι ειδική για το CDI, επειδή παράγεται από τοξινογόνα και μη στελέχη του. Η ευαισθησία προσδιορίζεται από 75% μέχρι > 90%, με αρνητική προγνωστική αξία μεταξύ 95-100%, αλλά παρουσιάζει χαμηλή θετική προγνωστική αξία περί το 50%. Με αυτή τη μεθοδολογία, η GDH ανιχνεύεται ως πρώτο βήμα με την απόρριψη των αρνητικών δειγμάτων. Στη συνέχεια τα θετικά δείγματα υπόκεινται σε επιπρόσθετο έλεγχο, είτε με τις NAATs, είτε με την ανοσοενζυμική μέθοδο ανίχνευσης των τοξινών, που ακολουθείται από τη NAAT, εάν τα αποτελέσματα δε συμφωνούν (διαγνωστικός αλγόριθμος δύο ή τριών βημάτων). Μελέτες έχουν δείξει, ότι οι NAATs μέθοδοι αποτελούν αξιόπιστα τεστ ανίχνευσης του CD. Yπάρχουν αρκετές εγκεκριμένες μέθοδοι είτε με PCR assays, είτε με ισοθερμικές δοκιμασίες πολλαπλασιασμού, αν και οι τελευταίες δε προτείνονται ανεπιφύλακτα μέχρι τούδε. Σημειώνεται, ότι δε συστήνεται η επαναληψιμότητα των εξετάσεων, αφενός γιατί η πιθανότητα θετικοποίησης είναι < 5% και αφετέρω, διότι αυξάνεται η πιθανότητα ψευδώς θετικών αποτελεσμάτων. Επίσης αποθαρρύνεται η έμμεση διάγνωση με την χορήγηση θεραπείας, εκτός της περίπτωσης ισχυρής κλινικής υποψίας. Τέλος οι ανοσολογικές μέθοδοι ανίχνευσης τοξίνης, όσο και η καλλιέργεια μπορούν να παραμείνουν θετικές μέχρι και ένα μήνα μετά την υποχώρηση των συμπτωμάτων.[/toggles]

[toggles title=»Διαφορική διάγνωση»]Η χρήση αντιβιοτικών από μόνη της είναι δυνατό να προκαλέσει διάρροια χωρίς την ύπαρξη λοίμωξης από το Clostridium Difficilee.Τα αντιβιοτικά μεταβάλλουν τη φυσιολογική λειτουργικότητα του εντέρου όσον αφορά τη διάσπαση των υδατανθράκων, προκαλωντας οσμωτική διάρροια. Στις τυπικές περιπτώσεις η διάρροια αυτή δεν είναι τόσο έντονη όσο στην CDAD και υφίεται με τη διακοπή των αντιβιοτικών. Η διαφορική διάγνωση πρέπει να γίνει απο πιθανή μολυσματική γαστρεντερίτιδα, διάρροια αγνώστου αιτιολογίας, δυσκοιλιότητα με διάρροια από υπερπλήρωση, λοίμωξη από Campylobacter, ΙΦΝΕ, λοίμωξη από Salmonella, ισχαιμική κολίτιδα και το σύνδρομο ευερεθίστου εντέρου. Αν τα συμπτώματα εμφανίζονται μετά από μια κολεκτομή θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το ενδεχόμενο εμφράκτου του μεσεντερίου και η διαφυγή από την αναστόμωση.[/toggles]

[toggles title=»Θεραπεία»]Η αντιμετώπιση και θεραπεία εξαρτάται από την σοβαρότητα της νόσου. Έτσι:

α) Στην ήπια-μέτρια νόσο όπου έχουμε διάρροια ή κάποιο σύμπτωμα, που δεν εντάσσεται σε αυτά της σοβαρής μορφής, το αρχικό σχήμα είναι μετρονιδαζόλη 500mg per os Χ 3/24ωρο για 10 ημέρες. Σε μη ανταπόκριση σε διάστημα 5-7 ημερών ή αδυναμίας λήψης μετρονιδαζόλης, δίδουμε βανκομυκίνη 125mg per os X 4/24ωρο για 10 ημέρες. Eάν είναι δυνατό κάθε αντιβιοτικό πρέπει να διακόπτεται, διότι αυξάνει τον κίνδυνο υποτροπών.

β) Στην σοβαρή νόσο η αλβουμίνη είναι ελαττωμένη < 3g/dl, με παρουσία κοιλιακής ευαισθησίας ή WBC > 15000/κχ. Χορηγείται βανκομυκίνη 125mg X 4/24ωρο per os για 10 ημέρες.

γ) Στη σοβαρή και επιπλεγμένη νόσο έχουμε ένα από τα ακόλουθα σημεία

i) νοσηλεία στην ΜΕΘ

ii) υπόταση που μπορεί να απαιτεί αγγειοσυσπαστικό

iii) πυρετός > 38,5

iv) ειλεός ή κοιλιακή διάταση

v) αλλαγή επιπέδου συνείδησης

vi) WBC > 35000 ή < 2000

vii) πολυοργανική ανεπάρκεια. Χορηγούνται βανκομυκίνη 500mg per os X 4/24ωρο και μετρονιδαζόλη 500mg iv κάθε 8 ώρες, όπως και βανκομυκίνη 500mg σε 500ml ορού σαν υποκλυσμός Χ 4/24ωρο σε ασθενείς με ειλεό.

Συγχρόνως δίδεται υποστηρικτική αγωγή με χορήγηση ενδοφλέβιων υγρών, αποκατάσταση ηλεκτρολυτών και αντιθρομβωτικής θεραπείας.

Επίσης επί απουσίας ειλεού ή σημαντικής κοιλιακής διάτασης συνεχίζεται η διατροφή από το στόμα. Είναι παραδεκτό ότι η χειρουργική παρέμβαση δίδει σαφές πλεονέκτημα στον ασθενή σε προχωρημένη και ακραία νόσο, με βελτιωμένη επιβίωση, με την πρώιμη κολεκτομή να οδηγεί σε μείωση της θνησιμότητας.

Ανεξάρτητοι παράγοντες που ευνοούν την κολεκτομή και ειλεοστομία αποτελούν η εμφάνιση shock, αύξηση γαλακτικού οξέος >5mmol/l, αλλαγή επιπέδου συνείδησης, έκπτωση λειτουργίας οργάνων και η αναγκαιότητα μηχανικού αερισμού. Δεν υπάρχει αντικειμενική κλίμακα βαθμολόγησης, που οδηγεί σε χειρουργική παρέμβαση.

Σαν κανόνας ακολουθείται το ότι όσο πιο αρνητικά είναι τα ανωτέρω σημεία, τόσο πιο πρώιμα οδηγούμαστε στη χειρουργική αντιμετώπιση. Σημειωτέον ότι η υφολική κολεκτομή με ειλεοστομία πλεονεκτεί της τμηματικής, αφού συνδυάζεται με καλύτερη επιβίωση. Τέλος πολύ καλά αποτελέσματα αναφέρονται σε πρώιμη loop ειλεοστομία και έγχυση βανκομυκίνης διά της στομίας.[/toggles] [toggles title=»Αντιμετώπιση υποτροπών»]Το ποσοστό των υποτροπών στις πρώτες 8 εβδομάδες κυμαίνεται στο 10 -20%, μετά όμως την πρώτη υποτροπή, η πιθανότητα νέας ανέρχεται στο 40 -65%. Η επανεμφάνιση του CD μπορεί να οφείλεται στη μειωμένη ανοσολογική απάντηση και σε /ή αλλαγή της εντερικής χλωρίδας. Στην πρώτη υποτροπή χορηγούμε το ίδιο σκεύασμα με την πρώτη. Επί σοβαρής κατάστασης δίδουμε βανκομυκίνη. Στη δεύτερη υποτροπή χορηγούμε, είτε σχήμα με σταδιακή μείωση της δοσολογίας του αντιβιοτικού (υποτροπές 31%), είτε εφάπαξ δόσεις του αντιβιοτικού κάθε 2-3 ημέρες (υποτροπές 14%). Συγκεκριμένα προτείνεται το γνωστό σχήμα βανκομυκίνης 125mg x 4/24ωρο, ακολουθούμενο από 10 ώσεις των 125mg κάθε 2-3 ημέρες. Στην τρίτη υποτροπή συστήνεται η μεταμόσχευση κοπράνων (μεταμόσχευση εντερικής μικροβιακής χλωρίδας) με ποσοστό επιτυχίας που υπερβαίνει το 90%. Η οδός χορήγησης ποικίλλει διά μέσω κολονοσκοπίου, ρινογαστρικού καθετήρα ή υψηλών υποκλυσμών. Ο δυνητικός κίνδυνος μετάδοσης λοιμώξεων αποτελεί μία απειλή, που προσπερνάται με το καθορισμένο πρωτόκολλο ελέγχου των δοτών στο αίμα και στα κόπρανα, για συγκεκριμένους εντεροπαθογόνους μικροοργανισμούς και βακτήρια, η δε μακροχρόνια ασφάλεια μένει να αποσαφηνιστεί μελλοντικά.[/toggles]

[toggles title=»Άλλες Θεραπείες»]Το Μάιο του 2011 εγκρίθηκε από το FDA η φινταξομυκίνη (Dificlir), ένα per os αντιβιοτικό, το οποίοέχει βακτηριογόνο δράση, κυρίως στο CD και περιορισμένη ή μηδενική επίδραση στη φυσιολογική εντερική χλωρίδα. Απορροφάται ελάχιστα και απεκκρίνεται σχεδόν αποκλειστικά με τα κόπρανα. Χορηγείται ως 10ήμερο σχήμα σε μορφή ταμπλέτας 200mg x 2 /24ωρο. Φαίνεται ότι έχει ισοδύναμη αποτελεσματικότητα με την βανκομυκίνη, άριστο profil ασφάλειας, είναι καλώς ανεκτό και εμφανίζει μικρότερο ποσοστό υποτροπών. Μειονέκτημα αποτελεί το υψηλό κόστος. Η ακριβής του θέση στο θεραπευτικό αλγόριθμο μένει να αποσαφηνιστεί μελλοντικά. Ενθαρρυντικά είναι τα στοιχεία, που αφορούν στη χρήση της ριφαξιμίνης στη μείωση των υποτροπών, αν και απαιτούνται περισσότερες μελέτες. Η χρήση των προβιοτικών και ιδιαίτερα του S. Boulardii, περιορίζεται στην πρόληψη της διάρροιας εξ αντιβιοτικών. Δεν υπάρχουν προς το παρόν ισχυρές ενδείξεις, που να τεκμηριώνουν τον αποτελεσματικό τους ρόλο στο στάδιο της θεραπείας. Δεν υπάρχει αποτελεσματική ανοσολογική θεραπεία. Η ενδοφλέβια χορήγηση ανοσοσφαιρίνης (IVIG) δεν έχει κανένα ρόλο στις υποτροπές. Ενδέχεται όμως να προσφέρει σε περιπτώσεις υπογαμμασφαιριναιμίας. Σε μελέτη χορήγησης μονοκλωνικών αντισωμάτων έναντι των τοξινών Α και Β, παρουσιάστηκε μειωμένο ποσοστό υποτροπών. Παρόλα αυτά μονοκλωνικά αντισώματα χορηγούνται μόνο σε επίπεδο έρευνας. Τέλος, αν και δεν υπάρχει εμβόλιο έναντι του CD, αποτελεί ένα πολλά υποσχόμενο ερευνητικό πεδίο, ειδικά στην πρόληψη των υποτροπών.[/toggles]

[toggles title=»Θεραπεία CD και συνοδά νοσήματα»]Oμάδες ασθενών που παρουσιάζουν ευπάθεια στο CD και αυξημένο κίνδυνο επιπλοκών είναι:

α) ασθενείς με φλεγμονώδη νόσο, συμπεριλαμβανομένων αυτών με ειλεοστομία ή pouch

β) ασθενείς με χρόνια ηπατική νόσο

γ) μεταμοσχευμένοι

δ) ασθενείς με κακοήθειες και ιδιαίτερα αυτοί που λαμβάνουν χημειοθεραπεία ή στεροειδή

ε) έγκυες ή σε περίοδο λοχείας γυναίκες.

Η κλινική εικόνα ΙBD και CD είναι δύσκολο να διαφοροδιαγνωστεί και απαιτείται υψηλός δείκτης υποψίας, για να χορηγηθεί η ενδεικνυόμενη θεραπεία.Έτσι νοσηλευόμενοι ασθενείς με IBD που παρουσιάζουν έξαρση, πρέπει να εξετάζονται για CD. Σε σοβαρές κολίτιδες δεν αντενδείκνυται η χορήγηση εμπειρικής θεραπείας, έως τη λήψη της τελικής διάγνωσης. Η ανοσοκατασταλτική αγωγή σε περιπτώσεις CDI συνεχίζεται και δεν μεταβάλλεται σε ασθενείς, που δεν έχει αντιμετωπισθεί καταρχήν η λοίμωξη.[/toggles]

[toggles title=»Πρόληψη»]Ο έλεγχος της λοίμωξης ξεκινά με την πρόληψη και την προσεκτική χρήση των αντιβιοτικών, συμπεριλαμβανομένων αυτών ευρέος φάσματος. Ιδιαίτερη φροντίδα απαιτείται για τις προφυλάξεις κατά την επαφή. Οι σπόροι του Clostridium Difficilee είναι ανθεκτικοί στα διαλύματα για τα χέρια με βάση την αλκοόλη, και για το λόγο αυτό για το πλύσιμο των χειρών θα πρέπει να χρησιμοποιείται σαπούνι και νερό ή χλωροεξιδίνη. Ωστόσο, ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για την πρόληψη της μετάδοσης έχει αποδειχθεί ότι είναι ο συνδυασμός της χρήσης γαντιών και του πλυσίματος των χειρών. Αν είναι πιθανή η επιμόλυνση του ρουχισμού θα πρέπει να χρησιμοποιούνται μπλούζες μιας χρήσεως.Οι συστάσεις επιπλέον περιλαμβάνουν τον καθαρισμό των διαφόρων οργάνων (π.χ. στηθοσκοπίων) με το κατάλληλο μέσο και όχι απλά με οινόπνευμα. Τέλος, εφόσον είναι δυνατό, οι συμτωματικοί ασθενείς θα πρέπει να νοσηλεύονται σε ξεχωριστό θάλαμο. Ο καθαρισμός του περιβάλλοντος χώρου απαιτεί ειδική φροντίδα με τη χρήση των εγκεκριμένων νοσοκομειακών απολυμαντικών μιας και το νοσοκομειακό περιβάλλον συχνά μολύνεται από ανθεκτικούς σπόρους οι οποίοι παραμένουν στις διάφορες επιφάνειες.[/toggles]

Αφήστε μια απάντηση