Οι αναστολείς αντλίας πρωτονίων σχετίζονται με την εξέλιξη της χρόνιας νεφρικής νόσου

Στο τεύχος αυτού του μήνα το περιοδικό Gastroenterology εξετάζει τη σχέση μεταξύ της χρήσης αναστολέων της αντλίας πρωτονίων και του κινδύνου πρόκλησης χρόνιας νεφροπάθειας.

362

Οι αναστολείς αντλίας πρωτονίων (PPI) έχουν συσχετιστεί με οξεία νεφρική βλάβη ενώ υπάρχουν πρόσφατες μελέτες οι οποίες δείχνουν ότι μπορεί να σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο και χρόνιας νεφρικής νόσου.

Ο Δρ Juan Carrero και οι συνάδελφοί του από τη Σουηδία πραγματοποίησαν μια αναδρομική ανάλυση χρησιμοποιώντας τη βάση δεδομένων μετρήσεων κρεατινίνης της Στοκχόλμης, η οποία περιέχει πληροφορίες σχετικά με τις διαγνώσεις και τα αποτελέσματα των εργαστηριακών εξετάσεων για όλους τους πολίτες της περιοχής της Στοκχόλμης από το 2007 έως το 2010.

Η ομάδα εντόπισε νέους ασθενείς που λάμβαναν είτε PPI είτε H2 ανταγωνιστές.

Τα δεδομένα για τα νεφρικά αποτελέσματα συλλέχθηκαν για περίπου 3 χρόνια.

Πρωταρχικός στόχος της μελέτης ήταν να εκτιμηθεί η πρόοδος για χρόνια νεφρική νόσο η οποία ορίζεται ως ο διπλασιασμός της κρεατινίνης ή η μείωση του εκτιμώμενου ποσοστού σπειραματικής διήθησης κατά 30% ή και περισσότερο.

Δευτερεύοντες στόχοι αποτελούσαν η εκτίμηση για νεφρική νόσο τελικού σταδίου και η οξεία νεφρική βλάβη.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι χρήστες PPI, σε σύγκριση με τους χρήστες των H2 ανταγωνιστών, είχαν αυξημένο κίνδυνο διπλασιασμού της κρεατινίνης και μείωση στον εκτιμώμενο ρυθμό σπειραματικής διήθησης 30% ή περισσότερο.

Η ομάδα διαπίστωσε ότι η χρήση PPI σχετίζεται επίσης με την ανάπτυξη νεφροπάθειας τελικού σταδίου και οξείας νεφρικής βλάβης.

Υπήρξε βαθμιαία συσχέτιση μεταξύ της σωρευτικής έκθεσης σε PPIs και του κινδύνου εξέλιξης σε χρόνια νεφρική νόσο.

Αυτό δεν συνέβαινε για τη σωρευτική χρήση H2 ανταγωνιστών.

Η ομάδα του Dr Carrero καταλήγει στο συμπέρασμα: «Η έναρξη της θεραπείας με PPI και η σωρευτική έκθεση σε PPI σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο πρόκλησης χρόνιας νεφρικής νόσου σε ένα μεγάλο, βορειοευρωπαϊκό σύστημα υγειονομικής περίθαλψης».

Και καταλήγει ο ερευνητής:

«Αν και συνεπής, η συσχέτιση ήταν μέτρια σε μέγεθος, και δεν μπορεί να αποκλείσει υπολειπόμενη συγχυτική δράση.»

Gastroenterol 2017: 153(3): 702–710

 

GASTRODIAGNOSIS.GR

Τα σχόλια είναι κλειστά.