Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου: Συμπτώματα, αίτια, δίαιτα και φαγητά που πρέπει δεν πρέπει να τρώτε

Το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου (IBS) είναι μια χρόνια γαστρεντερική διαταραχή που αναφέρεται σε μια ομάδα συμπτωμάτων που επηρεάζουν την κοιλιακή χώρα.

0 5.091

Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου

 

ΟΡΙΣΜΟΣ

Διαγνωστικά κριτήρια Ρώμης ΙΙΙ για το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου:



Υποτροπιάζον κοιλιακό άλγος ή κοιλιακή δυσφορία για τουλάχιστον 3 ημέρες το μήνα τους τελευταίους 3 μήνες, συνοδευόμενο από 2 ή περισσότερα από τα παρακάτω:

1. Βελτίωση με την αφόδευση
2. Η έναρξη να συνοδεύεται από αλλαγή στη συχνότητα των κενώσεων
3. Η έναρξη να συνοδεύεται από αλλαγή στη σύσταση των κενώσεων

Τα κριτήρια πρέπει να πληρούνται τους 3 τελευταίους μήνες, αλλά η έναρξη των συμπτωμάτων να είναι τουλάχιστον 6 μήνες πριν.

Κλινικοί υπότυποι ανάλογα με την παθολογική σύσταση των κοπράνων (σκληρά ή υδαρή κόπρανα):
1. Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου με προεξέχων σύμπτωμα την διάρροια (IBS-D)
2. Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου με προεξέχων σύμπτωμα την δυσκοιλιότητα (IBS-C)
3. Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου με μεικτό τύπο (IBS-M)
4. Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου με αδιευκρίνιστο τύπο (IBS-A)
Τα όρια ανάμεσα στις υποομάδες δεν είναι πάντα ευδιάκριτα


Κλίμακα αξιολόγησης σύστασης κοπράνων κατά Bristol

1. Τύπου I: Σκύβαλα
2. Τύπου ΙΙ: Τύπου λουκάνικου με εξογκώματα
3. Τύπου ΙΙΙ: Τύπου λουκάνικου με ρωγμές στην επιφάνεια
4. Τύπου IV: Τύπου λουκάνικου, λείο και ομαλό
5. Τύπου V: Σβώλοι μαλακής υφής
6. Τύπου VI: Πολτώδεις κενώσεις
7. Τύπου VII:Υδαρείς κενώσεις χωρίς στερεό υπόλειμμα

Κλινικά χαρακτηριστικά:

1. Χρόνιο ή υποτροπιάζων διάχυτο κοιλιακό άλγος που εντοπίζεται κατά κανόνα στην κατώτερη κοιλία, αλλά μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε θέση.
Κλασσικά το άλγος είναι κολικοειδές με υφέσεις και εξάρσεις.
Επιδεινώνεται μετά από λήψη τροφής ή μετά από στρεσογόνες καταστάσεις και υφίεται μετά από αφόδευση.
Σπάνια ξυπνά τον ασθενή.
Άλγος ή δυσφορία που σχετίζεται με την άσκηση, την ούρηση ή την έμμηνο ρύση είναι απίθανο να οφείλεται στο Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου.

2. Διάρροια ή δυσκοιλιότητα ή εναλλαγές αυτών (η απουσία τους αποκλείει το Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου).
Σαν διάρροια εννοείται η παρουσία χαλαρών ή υδαρών κοπράνων, η αυξημένη συχνότητα κενώσεων, η έξοδος βλέννας, η έπειξη για αφόδευση ή ακράτεια κοπράνων.
Σαν δυσκοιλιότητα εννοείται η μειωμένη συχνότητα κενὠσεων, η δίοδος σκληρών κοπράνων, η υπέρμετρη προσπάθεια ή η αδυναμία επαρκούς κένωσης της ληκύθου.

3. Ο μετεωρισμός ή τυμπανισμός είναι κοινό σύμπτωμα του Συνδρόμου ευερέθιστου εντέρου.
Στις τυπικές περιπτώσεις παρατηρείται ορατή διάταση της κοιλιάς, ώστε οι ασθενείς να είναι σε θέση να τη διαπιστώσουν ή να έχουν ανάγκη να χαλαρώσουν τα ρούχα τους.

4. Έως και το 1/3 των ασθενών με Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου αναφέρουν συμπτωματολογία ΓΟΠ (οπισθοστερνικό κάυσος ή αναγωγή οξέος).

5. Έως και το 1/3 των ασθενών με Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου αναφέρει δυσπεψία (επιγαστρικό άλγος ή δυσφορία).

6. Ναυτία, συνήθως χωρίς έμετο, αποτελεί ένα ακόμα σύνηθες σύμπτωμα.

7. Εξωεντερικές Εκδηλώσεις (μη χρήσιμες διαγνωστικά): Χρόνια κόπωση, κεφαλαλγία, οσφυαλγία, διαταραχές ύπνου, συχνουρία, δυσπαρεύνια, δυσμηνόρροια κ.α

Κλινική εξέταση:

Η κλινική εξέταση είναι απαραίτητη για τον αποκλεισμό μιας οργανικής νόσου.
Οι ασθενείς με Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου μπορεί να φέρουν ουλές στο τοίχωμα της κοιλιάς τους από επεμβάσεις χολοκυστεκτομής, σκωληκοειδεκτομής ή υστεροκτομής.

Η ευαισθησία κατά την ψηλάφιση της κοιλιάς αποτελεί σύνηθες και μη ειδικό εύρημα.
Η εντοπισμένη ευαισθησία που επιμένει με την σύσπαση των κοιλιακών μυών (π.χ ζητώντας τον ασθενή να σηκώσει την κεφαλή του από την κατακεκλιμένη θέση – δοκιμασία Carnett) αποτελεί ένδειξη άλγους τοιχωματικής και όχι ενδοπεριτοναϊκής προέλευσης, ενώ συνήθως ανταποκρίνεται στην τοπική διήθηση με ένα τοπικό αναισθητικό ή/και στεροειδές.

Τέλος ο καρκίνος των ωοθηκών πρέπει να αποκλεισθεί σε κάθε γυναίκα μέσης ή μεγαλύτερης ηλικίας με πρωτοεμφανιζόμενα συμπτώματα Συνδρόμου ευερέθιστου εντέρου. Για αυτόν το λόγο μια ενδελεχής κλινική εξέταση της πυέλου κρίνεται απαραίτητη.

Επιδημιολογία:

Ο επιπολασμός κυμαίνεται από 3% έως 20% στον γενικό πληθυσμό.
Αναλογία αντρών: γυναικών είναι 1:2
Αναλογία λευκών: μαύρων είναι 1:1
Οι ασθενείς αναζητούν ιατρική βοήθεια συνήθως στην ηλικία μεταξύ 30-50 ετών.
Ο επιπολασμός του Συνδρόμου Ευερέθιστου Εντέρου είναι μικρότερος στα άτομα άνω των 60 ετών.

Προδιαθεσικοί παράγοντες για την εμφάνιση μεταλοιμώδους Συνδρόμου Ευερέθιστου Εντέρου:
1. Ιστορικό βακτηριακής γαστρεντερίτιδας
2. Ιστορικό ιογενούς γαστρεντερίτιδας από Norovirus
3. Ιστορικό παρασιτικής γαστρεντερίτιδας από Trichinella (νηματώδης σκώληκας)
4. Συναισθηματικό stress και άγχος
5. Κατάθλιψη
6. Υποχονδρίαση
7. Θήλυ φύλο
8. Το νεαρό της ηλικίας
9. Παρατεταμένη διάρροια για αρκετές μέρες ή/και εβδομάδες

Άλλοι παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση Συνδρόμου Ευερέθιστου Εντέρου:
1. Χρήση οιστρογόνων
2. Πρόσφατη χρήση αντιβιοτικών
3. Δυσανεξία σε τροφές
4. Φτωχή ποιότητα ζωής
5. Λιποβαρές νεογνό
6. Εξωεντερικές εκδηλώσεις διαταραχών σωματοποίησης

Οι ασθενείς με Σύνδρομο Ευερέθιστου Εντέρου έχουν τριπλάσιο κίνδυνο σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό για την εμφάνιση ισχαιμικής κολίτιδας, παρόλο αυτά ο απόλυτος κίνδυνος παραμένει αμελητέος (43 περιστατικά ανά 100.000 ασθενείς-έτη).

ΠΑΘΟΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑ
1. Διαταραχές της κινητικότητας του παχέος και του λεπτού εντέρου.

Η διάρροια οφείλεται:

1. Αύξηση των μαζικών προωθητικών κινήσεων του εντέρου
2. Αυξημένη έκλυση του γαστροκολικού αντανακλαστικού (αύξηση του περισταλτισμού του έντερου μετά την είσοδο της τροφής στο κενό στόμαχο)
3. Αυξημένη σπλαγχνική ευαισθησία ορθού

Η δυσκοιλιότητα οφείλεται:

1. Ελάττωση των μαζικών προωθητικών κινήσεων του εντέρου
2. Αύξηση των κινήσεων μίξεως ή κατατμήσεως
3. Ελαττωμένη σπλαγχνική ευαισθησία ορθού

Ο χρόνος διέλευσης εντερικού περιεχομένου είναι:

1. Αυξημένος στο Σύνδρομο Ευερέθιστου Εντέρου με προεξέχων σύμπτωμα την διάρροια (IBS
2. Ελαττωμένος Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου με προεξέχων σύμπτωμα την δυσκοιλιότητα (IBS-C)

Όσον αφορά στην παθογένεια του κοιλιακού άλγους, θεωρείται ότι πιθανώς προκαλείται από την παροδική ισχαιμία που προκαλεί ο σπασμός και η τάση του τοιχώματος περιοχών του εντέρου με έντονη κινητικότητα.

Παράγοντες που προκαλούν αύξηση της κινητικότητας του παχέος εντέρου στο Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου:

1. Stress
2. Θυμός
3. Ενστάλλαξη δεοξυχολικού οξέος
4. Χορήγηση CRH (εκλυτική ορμόνη της κορτικοτροπίνης)

Παράγοντες που προκαλούν αύξηση της κινητικότητας του λεπτού εντέρου στο Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου:
1. Χορήγηση χολοκυστοκινίνης
2. Λιπαρές γεύμα
3. Διάταση ειλεού

2. Σπλαγχνική Υπερευαισθησία (παθολογική αντίληψη της αισθητικότητας του εντέρου)
Οι ασθενείς αναφέρουν συχνότερα συμπτώματα μετά από γεύμα ή μετά από έντονο stress.
Oι ασθενείς με Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου αντιλαμβάνονται τη διαστολή του ορθού ή του κόλον με μπαλόνι, σε μικρότερους όγκους ή/και πιέσεις από τα υγιή άτομα.
Η σπλαγχνική υπερευαισθησία είναι σημαντικός παθοφυσιολογικός μηχανισμός στους ασθενείς με Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου με προεξέχων σύμπτωμα την διάρροια.
Αντιθέτως σε ασθενείς με δυσκοιλιότητα σημαντικό ρόλο παίζουν η επιβράδυνση της κινητικής δραστηριότητας ή η γένεση μη περισταλτικών εντερικών κυμάτων.

 

3. Διαταραχή στην προώθηση και στην αποβολή των αερίων του εντέρου
Το σύνδρομο υπερανάπτυξης μικροβίων του λεπτού εντέρου (SIBO) πιθανολογείται ότι συμβάλει στον μετεωρισμό στο Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου, χωρίς να έχει τεκμηριωθεί με βεβαιότητα.
4. Τοπική Φλεγμονή
Περίπου το 7%-30% των ασθενών με Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου αναφέρει ιστορικό βακτηριακής γαστρεντερίτιδας που προηγήθηκε της έναρξης των συμπτωμάτων του συνδρόμου.
Τα μαστοκύτταρα φαίνεται να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην παθογένεια του συνδρόμου.
Τα ευαισθητοποιημένα μαστοκύτταρα αθροίζονται πλησίον των νευρικών απολήξεων του εντερικού τοιχώματος απελευθερώνοντας φλεγμονώδεις μεσολαβητές όπως η ισταμίνη και η τρυπτάση.
Αυτή η απελευθέρωση των φλεγμονωδών μεσολαβητών σχετίζεται με την εμφάνιση του κοιλιακού άλγους.

Η αυξημένη απελευθέρωση σεροτονίνης (5-HT) ως επακόλουθο της τοπικής φλεγμονώδους αντίδρασης από τα εντεροχρωμαφφινικά κύτταρα του εντέρου φαίνεται να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στις εκδηλώσεις του συνδρόμου.

Ενώ η αυξημένη έκκριση 5-HT αυξάνοντας την κινητικότητα και την εκκριτική λειτουργία του εντέρου προκαλεί διάρροια στους ασθενείς με IBS-D, η απευαισθητοποίηση των υποδοχέων πρόσληψης σεροτονίνης οδηγεί στην δυσκοιλιότητα στους ασθενείς με IBS-C.

5. Διαιτητικοί Παράγοντες

Η ανεπάρκεια λακτάσης μπορεί να συνυπάρχει με το Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου και η δυσανεξία της λακτόζης να προκαλεί έξαρση των συμπτωμάτων.

Η δυσανεξία στην φρουκτόζη και στην σορβιτόλη μπορεί να προκαλέσει διάρροια και μετεωρισμό.

Η δυσανεξία στην γλουτένη μπορεί να απαντάται σε ένα αριθμό ατόμων με Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου χωρίς εμφανή απόδειξη για ύπαρξη κοιλιοκάκης.

Σε μη τεκμεριωμένη νόσο η δίαιτα ελεύθερης γλουτένης δεν προσφέρει κανένα όφελος στον ασθενή.

6. Διαταραχή της φυσιολογικής μικροβιακής χλωρίδας Σύνδρομο υπερανάπτυξης μικροβίων λεπτού εντέρου
Η διαταραχή της ισορροπίας της εντερικής χλωρίδας οδηγεί σε αυξημένη ζύμωση των υδατανθράκων στο εγγύς κόλον με περίσσεια παραγωγή αερίων και κατά συνέπεια επιδείνωση των συμπτωμάτων.
Ο υψηλός επιπολασμός του συνδρόμου υπερανάπτυξης μικροβίων ανάμεσα στους ασθενείς με Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου βασίζεται στην θετική δοκιμασία αναπνοής υδρογόνου και στην κλινική ανταπόκριση ασθενών με Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου στα μη απορροφούμενα αντιβιοτικά.
Ωστόσο πρέπει να σημειωθεί ότι η θετική δοκιμασία αναπνοής σε ασθενείς με Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου μπορεί να οφείλεται στην ταχεία προώθηση των υγρών και της τροφής διαμέσου της στόματος-πρωκτικής οδού παρά στην παρουσία του συνδρόμου υπερανάπτυξης μικροβίων.
Επιπρόσθετα, η κλινική ανταπόκριση ασθενών με Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου στα μη απορροφούμενα αντιβιοτικά μπορεί να οφείλεται στην βελτίωση της κινητικής λειτουργίας του εντέρου ή στην μεταβολή της εντερικής χλωρίδας , πάρα στο σύνδρομο υπερανάπτυξης.
Περαιτέρω έρευνα χρειάζεται για να επιβεβαιωθεί η σχέση ανάμεσα στο Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου και στο σύνδρομο υπερανάπτυξης μικροβίων.Το τεστ της αναπνοής βασίζεται στο γεγονός ότι τα βακτήρια στο έντερο διασπούν τους υδατάνθρακες για να παράγουν υδρογόνο και μεθάνιο το οποίο ακολούθως μετρείται σε δείγμα αναπνοής.
Συνεπώς, η θετική μέτρηση υδρογόνου ή/και μεθανίου σε δείγματα αναπνοής μετά την χορήγηση υδατανθράκων αποδεικνύει την παρουσία παθογόνων βακτηρίων στο γαστρεντερικό σωλήνα.
7. Διαταραχές ΚΝΣ

Ο εγκέφαλος ρυθμίζει τις κινητικές και αισθητικές λειτουργίες του εντέρου και αντίστροφο.

Στα φυσιολογικά άτομα, μετά από διαστολή του ορθού ερεθίζεται η πρόσθια έλικα του προσαγωγίου (το τμήμα δηλαδή του μεταιχμιακού συστήματος που συμβάλλει πιθανότατα στην μείωση των αισθητικών ερεθισμάτων), κάτι που δεν παρατηρείται στους πάσχοντες από Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου.

8. Ψυχολογικοί παράγοντες

Ένα υψηλό ποσοστό ασθενών (40%-94%) στους οποίους τέθηκε η διάγνωση του Συνδρόμου Ευερέθιστου Εντέρου πάσχουν από κάποια συνυπάρχουσα διαταραχή ψυχιατρική διαταραχή, όπως κατάθλιψη ή διαταραχή πανικού ή διαταραχή σωματοποίησης ή έχουν ιστορικό σεξουαλικής ή σωματικής κακοποίησης.
Μεταξύ των παραγόντων που επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει ένας ασθενής ένα τέτοιο χρόνιο νόσημα περιλαμβάνονται τα στρεσσογόνα συμβάντα, η προσωπικότητα, ο βαθμός κοινωνικής υποστήριξης και οι εμπειρίες της παιδικής ηλικίας.

9. Γενετικοί παράγοντες

Έρευνες έχουν δείξει ότι απαντάται συχνότερα σε μονοζυγώτες, παρά σε διζυγώτες διδύμους υπαινίσσοντας ένα ήπιο βαθμό κληρονομικής προδιάθεσης. Ωστόσο περαιτέρω έρευνα χρειάζεται για να επιβεβαιωθεί η σχέση ανάμεσα στα τυχόν υποψήφια γονίδια και στο Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου.

 

Συνοπτικά: Oι Παθογενετικοί Μηχανισμοί του Συνδρόμου Ευερέθιστου Εντέρου

1. Διαταραχές της κινητικότητας του παχέος και του λεπτού εντέρου.
2. Σπλαγχνική Υπερευαισθησία (παθολογική αντίληψη της αισθητικότητας του εντέρου).
3. Διαταραχή στην προώθηση και στην αποβολή των αερίων του εντέρου.
4. Τοπική Φλεγμονή.
5. Διαιτητικοί Παράγοντες
6. Διαταραχή της φυσιολογικής μικροβιακής χλωρίδας Σύνδρομο υπερανάπτυξης μικροβίων λεπτού εντέρου.
7. Διαταραχες ΚΝΣ
8. Ψυχολογικοί παράγοντες
9. Γενετικοί παράγοντες

 

ΔΙΑΓΝΩΣΗ

1. Η διάγνωση τίθεται με βάση το πρόσφατο αναμνηστικό ( με ιδιαίτερη έμφαση στην παρουσία ή μη των κριτηρίων της Ρώμης ΙΙΙ) και στην απουσία συμπτωμάτων και σημείων «συναγερμού» (Πίνακας 1).

Μια φυσιολογική κλινική εξέταση επιβεβαιώνει την διάγνωση και αποκλείει την ύπαρξη οργανικής νόσου. Σε αυτήν την βάση συστήνεται έναρξη εμπειρικής θεραπείας.

Ασθενής που απαντά στην εμπειρική θεραπεία δεν χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση. Ασθενής χωρίς κλινική ανταπόκριση χρήζει ενδελεχή κλινικοεργαστηριακή διερεύνηση με βάση το προεξέχων σύμπτωμα.

Πίνακας 1. Συμπτώματα και σημεία «συναγερμού».
History
1. Blood in the stool
2. Family history of colon cancer, inflammatory bowel disease, or celiac disease
3. Fever
4. Onset after age 50 years
5. Night-time symptoms (awakening the patient from sleep)
6. Chronic diarrhea
7. Progressive dysphagia
8. Recurrent vomiting
9. Severe chronic constipation
10. Short history of symptoms
11. Travel history to locations endemic for parasitic diseases
12. Weight loss

Physical Examination
1. Abdominal mass
2. Arthritis (active)
3. Dermatitis herpetiformis or pyoderma gangrenosum
4. Occult or overt blood on rectal examination
5. Signs of anemia
6. Signs of intestinal obstruction
7. Signs of intestinal malabsorption
8. Signs of thyroid dysfunction

2. Διαγνωστικός αλγόριθμος με βάση τα κριτήρια της Ρώμης

1. O ασθενείς θα πρέπει να υποβληθεί εκλεκτικά σε συγκεκριμένες εξετάσεις για τον αποκλεισμό σημαντικών νοσημάτων που συγχέονται με το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου. Ο εξαντλητικός έλεγχος πριν την εξ αποκλεισμού διάγνωση θα πρέπει να αποφεύγεται.

2. Εξετάσεις ρουτίνας

Γενική αίματος, ηπατική βιοχημεία, ουρία, κρεατινίνη, παρασιτολογική εξέταση κοπράνων, TSH ( σε περίπτωση υπόνοιας υπερθυροειδισμού (διάρροιας) ή σε περίπτωση υπόνοιας υποθυροειδισμού (δυσκοιλιότητας)) και μια απλή ακτινογραφία κοιλίας στην περίπτωση που το κυρίαρχο σύμπτωμα είναι σοβαρό άλγος για τον αποκλεισμό εντερικής απόφραξης.

Με βάση τις τελευταίες κατευθυντήριες οδηγίες συμπεριλαμβάνονται στις αρχικές αιματολογικές εξετάσεις και ο έλεγχος των αντισωμάτων έναντι της ιστικής τρανσγλουταμινάσης στους ασθενείς με Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου με προεξέχων σύμπτωμα την διάρροια (IBS-D). Γαστροσκόπηση με λήψη βιοψιών 12/κτυλου ακολουθεί μόνο μετά από θετικό ορολογικό έλεγχο για κοιλιοκάκη.

3. Εξετάσεις κατά περίπτωση

Α) Σε ασθενείς μόνο με συμπτώματα «συναγερμού» ενδείκνυται ο έλεγχος του λεπτού με διάβαση ή εντερόκλυση ή βιντεοκάψουλα και του πάχεος εντέρου με κολονόσκοπηση ή ορθοσιγμοειδοσκόπηση με λήψη βιοψίων ή με βαριούχου υποκλυσμό διπλής αντίθεσης.

Β) Στους ασθενείς με υπόνοια ΙΦΝΕ, Η αυξημένη καλπροτεκτίνη κοπράνων αποτελεί σημαντικό εργαλείο για τη διάγνωση και παρακολούθηση της νόσου και δευτερευόντως η CRP και η ΤΚΕ.

Γ) Στους ασθενείς με υπόνοια δυσανεξίας στην λακτόζη ή σύνδρομο υπερανάπτυξης μικροβίων, η θετική δοκιμασία αναπνοής υδρογόνου μπορεί να επιβεβαιώσει την διάγνωση.

Δ) Στους ασθενείς με υπόνοια δυσαπορρόφησης χολικών αλάτων η εμπειρική θεραπεία με χολεστυραμίνη μπορεί να επιβεβαιώσει την διάγνωση.

Ε) Στους ασθενείς με προεξέχων σύμπτωμα τη σοβαρού βαθμού δυσκοιλιότητα συστήνεται ο αποκλεισμός της αποφρακτικής τύπου δυσκοιλιότητας λόγω δυσυνέργειας (αχαλασίας) μυών πυελικού εδάφους με την διενέργεια λειτουργικών δοκιμασιών όπως την ορθοπρωκτική μανομετρία και την δοκιμασία αποβολής ενδοορθικού μπαλονιού.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΤΟΥ ΑΣΘΕΝΟΥΣ

Η αντιμετώπιση του Συνδρόμου Ευερέθιστου Εντέρου πρέπει να ξεκινά με την ανάπτυξη θεραπευτικής σχέσης ιατρού-ασθενή και με την ενημέρωση του ασθενούς για την καλοήθη φύση της νόσου και την εξαιρετική μακροχρόνια πρόγνωση.

Είναι σημαντικό να δοθεί στον ασθενή μια θετική διάγνωση και να ερμηνευθεί η πιθανή παθογένεση.

Είναι σημαντικό να λέμε στον ασθενή ότι τα συμπτώματα του είναι πραγματικά και να τον καθησυχάσουμε ότι το Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου δεν είναι απειλητικό για τη ζωή.
Οι γιατροί που συνιστούν μια μεγάλη σειρά εξετάσεων χωρίς εξηγήσεις και λένε κατόπιν στους ασθενείς ότι δεν πιστεύουν ότι υπάρχει σοβαρή υποκείμενη νόσο προκαλούν συχνά σύγχυση στον ασθενή.

ΔΙΑΤΡΟΦΗ

Η διατροφή πλούσια σε φυτικές ίνες αποτελεί την θεραπεία εκλογής για το Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου.
Προτιμώνται τα συμπληρώματα φυτικών ινών αντί των διαιτητικών ινών διότι είναι καλύτερα ανεκτά.

Οι φυτικές ίνες βελτιώνουν την δυσκοιλιότητα , σχηματοποιούν μερικές φορές τα πολτώδη κόπρανα αλλά δεν μειώνουν τον πόνο.

Το μυστικό για την εισαγωγή των συμπληρωμάτων φυτικών ινών στην διατροφή του αρρώστου είναι η έναρξη σε χαμηλή δόση και η σταδιακή αύξηση , ώστε να μειωθεί ο κίνδυνος ανεπιθύμητων παρενεργειών συνέπειας της απότομης αύξησης τους, όπως ο μετεωρισμός και το κοιλιακό άλγος.

Για παράδειγμα, ξεκινάμε σε μια αρχική δόση 3-6 gr φυτικών ινών / ημερησίως με σταδιακή αύξηση 3 gr ανά μία ή δύο εβδομάδες έως την ημερήσια συνιστώμενη δόση των 20-35 gr.

ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ
Αντιχολινεργικά και απλά σπασμολυτικά

Τα σπασμολυτικά προκαλούν άμεση χάλαση των λείων μυϊκών ινών του εντέρου προλαμβάνοντας ή μειώνοντας τον συνεχή σπασμό του εντέρου και κατά επέκταση το κοιλιακό άλγος.

Στα σπασμολυτικά με αντιχολινεργικές ιδίοτητες συγκαταλέγεται το Buscopan. Στις παρενέργειες των αντιχολινεργικών είναι η ξηροστομία , η θόλωση όρασης, η επίσχεση ούρων που μπορεί να χρειαστεί μείωση της δόσης.

Στα απλά σπασμολυτικά συγκαταλέγονται τα νεότερα πιναβέριο (Dicetel) και οτιλόνιο (Doralin) που είναι εκλεκτικοί ανταγωνιστές των ιόντων ασβεστίου.

Duspatalin 100 mg 3-4 / ημέρα 20 min προ φαγητού
Doralin 40 mg 2-3 / ημέρα 20 min προ φαγητού
Dicetel 50-100 mg 3 / ημέρα κατά την διάρκεια των γευμάτων.

Κλινικώς τα αντιχολινεργικά φαίνεται να είναι χρήσιμα για την αντιμετώπιση του μεταγευματικού κοιλιακού άλγους εφόσον λαμβάνονται 30 λεπτά προ φαγητού, προκειμένου να μειώσουν το γαστροκολικό αντανακλαστικό.

Καθαρτικά

Τα ωσμωτικά δρώντα καθαρκτικά (Importal, Duphalac, υπόθετα γλυκερίνης) συχνά είναι συνταγογραφούμενα για το Συνδρομο Ευερεθιστου Εντερου με προεξέχων σύμπτωμα τη δυσκοιλιότητα αλλά συχνά προκαλούν επιδείνωση του μετεωρισμού και του κοιλιακού άλγους.

Η πολυαιθυλενογλυκόλη 3350 (Molaxone) παρόλο που δεν είναι η εγκεκριμένη για την συγκεκριμένη περίπτωση, φαίνεται να είναι χρήσιμη στην κλινική πράξη, ιδιαίτερα στην περίπτωση ανθεκτικής δυσκοιλιότητας που δεν ανταποκρίνεται σε προηγούμενες θεραπείας.

Τα διεγερτικά καθαρτικά είναι αναποτελεσματικά στο Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου και συχνά προκαλούν επιδείνωση του κοιλιακού άλγους.

Η lubiprostone (Amitiza) ως ενεργοποιητής των διαύλων χλωρίου προκαλεί αύξηση των εντερικών εκκρίσεων.
Έχει ένδειξη στην χρόνια ιδιοπαθή δυσκοιλιότητα, στις γυναίκες με Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου με προεξέχων σύμπτωμα την δυσκοιλιότητα (IBS-C) και στην επαγόμενη από τα οπιοειδή αναλγητικά δυσκοιλιότητα στους μη καρκινοπαθείς.

Αντιδιαρροϊκά

Η λοπεραμίδη (Imodium) αποτελεί το φάρμακο εκλογής στην περίπτωση που το προεξέχων σύμπτωμα είναι η διάρροια.

H λοπεραμίδη επιβραδύνει την εντερική διέλευση και αυξάνει την απορρόφηση ύδατος. Θα πρέπει να λαμβάνεται για την πρόληψη μιας διάρροιας και όχι μετά από αυτήν.

Αρχική δόση 4 mg και στη συνέχεια 2 mg μετά από κάθε ασχημάτιστη κένωση.

Σε χρόνιες διάρροιες 4 – 8 mg ημερησίως.
Μέγιστη ημερήσια δόση 16 mg.

Η χολεστυραμίνη μια ανιονική ανταλλακτική ρητίνη που δεσμεύει τα αρνητικά φορτισμένα χολικά οξέα και χολικά άλατα από το λεπτό έντερο μπορεί να φανεί ιδιαίτερα χρήσιμη σε ασθενείς με εμμένουσα διάρροια λόγω δυσαπορρόφησης χολικών αλάτων.
Δόση χορήγησης 4 gr 4 φορές την ημέρα.

Εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης Σεροτονίνης

Απόσυρση αλοσετρόνης λόγω σοβαρών παρενεργειών όπως ισχαιμική κολίτιδα και σοβαρού βαθμού δυσκοιλιότητα.

Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά

Τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά λόγω της κεντρικής ρύθμισης της αισθητικότητας (δρουν στις συνάψεις αποκλείοντας την επαναπρόσληψη των νευροδιαβιβαστών σεροτονίνης και νοραδρεναλίνης εμποδίζοντας έτσι την ροή των αλγεινών ερεθισμάτων προς στον εγκέφαλο) και λόγω των αντιχολινεργικών τους δράσεων ενώ είναι ιδιαίτερα χρήσιμα στους ασθενείς με Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου με προεξέχων σύμπτωμα την διάρροια, θα πρέπει να χορηγούνται με ιδιαίτερη προσοχή στους ασθενείς με Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου με προεξέχων σύμπτωμα την δυσκοιλιότητα.

Θα πρέπει να χορηγούνται αρχικά σε χαμηλές δόσεις το βράδυ. Σε αποτυχία, η δόση μπορεί να αυξηθεί σταδιακά μετά από διάστημα 3-4 εβδομάδων από την έναρξη της θεραπείας.

Linaclotide (Constella)

Σε κλινική μελέτη φάσης ΙΙb η linaclotide (αγωνιστής του υποδοχέα γουανυλικής κυκλάσης C (GC-C) που προκαλεί σπλαχνική αναλγησία και ενεργοποιεί τους μηχανισμούς γαστρικής έκκρισης) βελτιώνει το κοιλιακό άλγος και τις συνήθειες του εντέρου στους ασθενείς με Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου με προεξέχων σύμπτωμα τη δυσκοιλιότητα. Η συνιστώμενη δόση είναι ένα καψάκι άπαξ ημερησίως.

Αντιβιοτικά

Κλινικές μελέτες έδειξαν ότι τα μη απορροφούμενα αντιβιοτικά όπως η ριφαξιμίνη (Rifacol) φαίνεται να βοηθούν για την αντιμετώπιση του μετεωρισμού και της διάρροιας στους ασθενείς με Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου όταν χορηγούνται για μικρό χρονικό διάστημα.

Η τυπική δόση του Rifacol είναι 400 mg ημερησίως για 10 ημέρες. Το όποιο όφελος από την θεραπεία μπορεί να διαρκέσει έως και 10 εβδομάδες, επί υποτροπής συμπτωμάτων δεν συστήνεται επανάληψη της θεραπείας.

Προβιοτικά

Τα προβιοτικά φαίνεται ότι επηρεάζουν την εντερική ευαισθησία, την κινητικότητα και την ανοσιακή λειτουργία αλλά οι σχετικές μελέτες παρέχουν, μέχρι στιγμής, αντιφατικά αποτελέσματα.

Αν και οι μηχανισμοί δράσης των προβιοτικών δεν έχουν κατανοηθεί πλήρως, έχει φανεί πως με την προσκόλλησή τους στο επιθήλιο του εντέρου παράγουν ουσίες με αντιβιοτικές ιδιότητες, οι οποίες εμποδίζουν την προσκόλληση και διείσδυση παθογόνων μικροβίων.

Η σύνηθες ημερήσια δόση είναι η χορήγηση ενός καψιδιού που περιέχει 1 δισεκατομμύριο ζώντες μικροοργανισμούς.

Ψυχολογική Αντιμετώπιση

1. Ψυχοθεραπεία
2. Υπνοθεραπεία
3. Γνωστική – Συμπεριφορική θεραπεία

Οι ασθενείς με υφέσεις και εξάρσεις συμπτωμάτων (όπως μετεωρισμός, κοιλιακό άλγος και θλίψη) για βραχύ χρονικό διάστημα φαίνεται να έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να ανταποκριθούν στην ψυχοθεραπεία σε αντίθεση με τους ασθενείς που παρουσιάζονται με σταθερά και συνεχή συμπτώματα.

 

 

Γράφουν οι:

Σκόρδας Κωνσταντίνος, Γαστρεντερολόγος

Μπάρτζης Λεωνίδας, Γαστρεντερολόγος

Κουτσουμουράκης Αναστάσιος, ειδικευόμενος Γαστρεντερολογίας

100%
Πάρα πολύ καλό άρθρο
  • Εξαιρετικό άρθρο
Πηγή GASTRODIAGNOSIS.GR

Μπορεί επίσης να σας αρέσει Περισσότερα από τον συγγραφέα

Αφήστε μια απάντηση