GASTRODIAGNOSIS.GR

Παθήσεις Πεπτικού Συστήματος

ΕΚΚΟΛΠΩΜΑΤΩΣΗ – ΕΚΚΟΛΠΩΜΑΤΙΤΙΔΑ

ΕΚΚΟΛΠΩΜΑΤΩΣΗ
ΟΡΙΣΜΟΣ – ΕΠΙΔΗΜΙΟΛΟΓΙΑ
Τα εκκολπώματα αποτελούν σακκοειδείς προσεκβολές (προπτώσεις) του βλεννογόνου διαμέσου ευένδοτων σημείων (δηλαδή, σημείων ελαττωμένης αντίστασης) του μυικού χιτώνα στις θέσεις εισόδου των τροφοφόρων αγγείων στο εντερικό τοίχωμα. Εντοπίζονται συνήθως στα διαστήματα μεταξύ των κολικών ταινιών και διακόπτονται από τις μηνοειδείς εντομές, που είναι εγκάρσιες αύλακες, οι οποίες σχηματίζονται από περισφίξεις του τοιχώματος του παχέος εντέρου. Η ανατομική αυτή γειτνίαση με αιμοφόρα αγγεία και κυρίως με αρτηριακούς κλάδους εξηγεί την κλινική παρατήρηση ότι η αιμορραγία αποτελεί την συχνότερη επιπλοκή των εκκολπωμάτων.
Διακρίνονται στα: 1) επίκτητα ή ψευδή εκκολπώματα, τα οποία είναι τα συνηθέστερα και σχηματίζονται με την πρόπτωση του βλεννογόνου και του υποβλεννογόνιου χιτώνα διαμέσου του μυικού χιτώνα.
2) συγγενή ή αληθή εκκολπώματα, στο τοίχωμα των οποίων περιλαμβάνεται και ο μυϊκός χιτώνας.
Με συνηθέστερη θέση εντόπισης το σιγμοειδές στις χώρες της Δύσης και το ανιόν στις χώρες της Άπω Ανατολής. Στην πλειονότητα των ασθενών με εκκολπωμάτωση του σιγμοειδούς, παρατηρείται πάχυνση τόσο της κυκλοτερούς όσο και της επιμήκους μυϊκής στιβάδας, με αποτέλεσμα να προκαλείται ταυτοχρόνως στένωση του αυλού και βράχυνση του εντέρου.
Αποτελεί νόσο του Δυτικού τρόπου ζωής.
Ο επιπολασμός της νόσου στο γενικό πληθυσμό των αναπτυγμένων χωρών κυμαίνεται μεταξύ 12 – 49 %.
Εμφανίζονται συνήθως μετά το 40 έτος της ηλικίας με συχνότητα <10%, η οποία αυξάνει με την πάροδο της ηλικίας, φθάνοντας το 50 – 66 % στις ηλικίες > 80 ετών.
Η αναλογία ανδρών-γυναικών είναι 2:3, με συνηθέστερη επιπλοκή την αιμορραγία στους άνδρες και τον ειλεό στις γυναίκες.
Ο όρος εκκολπωμάτωση χαρακτηρίζει την παρουσία εκκολπωμάτων του παχέος εντέρου.

 

 

ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΕΚΚΟΛΠΩΜΑΤΩΣΗΣ

Increased Risk
1. Increasing age
2. Dietary meat intake
3. Living in Western countries (e.g., United States, Western Europe, Australia)
4. Connective tissue diseases
Decreased Risk
1. High dietary fiber intake
2. Living in predominantly rural Asian or African countries (e.g. Kenya, Jordan, Thailand)
Equivocal or No Risk
1. Gender
2. Alcohol
3. Smoking
4. Colorectal cancer
5. Polycystic kidney disease

 

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ – ΠΑΘΟΓΕΝΕΙΑ
Στην παθογένεια των εκκολπωμάτων ενοχοποιούνται τρεις κυρίως παράγοντες :
α) η ελαττωμένη ανθεκτικότητα του τοιχώματος του παχέος εντέρου και
β) η αυξημένη ενδοαυλική πίεση
γ) σε συνδυασμό με τη φτωχή σε φυτικές ίνες διατροφή.
Γι΄αυτό και τα εκκολπώματα εμφανίζονται συχνότερα σε μεγαλύτερες ηλικίες.

 

 

ΑΝΘΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΤΟΙΧΩΜΑΤΟΣ
Το τοίχωμα του παχέος εντέρου αποτελείται από τον βλεννογόνο με τη υποβλεννογόνιο μυϊκή στοιβάδα, τον μυϊκό χιτώνα, διαχωριζόμενο στην κυκλοτερή μυϊκή στοιβάδα (έσω) και την επιμήκη στοιβάδα (έξω), και τον ορογόνο. Οι ίνες της επιμήκους μυϊκής στοιβάδας συγκεντρώνονται σε τρεις δέσμες μεταξύ των οποίων παραμένει λεπτότατο στρώμα επιμήκων μυϊκών ινών. Οι τρεις αυτές δέσμες αναφέρονται ως κολικές ταινίες και διακρίνονται αναλόγως της θέσεως τους στην μεσοκολική και στις δυο αντιμεσοκολικές. Οι κολικές ταινίες παριστούν σημεία εκφύσεως των μυϊκών ινών της κυκλοτερούς στοιβάδας και ενεργούν βραχύνοντας το μήκος του αυλού του εντέρου. Το αποτέλεσμα της συστολής των κολικών ταινιών είναι η δημιουργία σακοειδών σχηματισμών, των κολικών κυψελών. Το μυϊκό τοίχωμα των κολικών κυψελών αποτελούμενο κυρίως από μια μόνο στοιβάδα, την κυκλοτερή, εμφανίζει περιοχές ελαττωμένης αντιστάσεως στα σημεία διελεύσεως των τροφοφόρων αγγείων του βλεννογόνου του εντέρου. Η αιμάτωση του τοιχώματος του εντέρου γίνεται από τους τμηματικούς (segmental) κλάδους της επιχειλίου (marginal) αρτηρίας οι οποίοι πορευόμενοι επί τα εκτός της μεσοκολικής ταινίας διαπερνούν την κυκλοτερή μυϊκή στοιβάδα στο διάστημα μεταξύ μεσοκολικής και αντιμεσοκολικών ταινιών για να δώσουν κλάδους για το μεσεντερικό τμήμα του βλεννογόνου πριν καταλήξουν στο αντιμεσεντερικό χείλος.
Σύμφωνα με τη ανατομική δομή του παχέος εντέρου ελαττωμένη ανθεκτικότητα παρατηρείται στο διάστημα μεταξύ μεσοκολικής και αντιμεσοκολικών ταινιών και συγκεκριμένα στα σημεία διελεύσεως των αγγείων. Η αιτιολογική σχέση των τροφοφόρων αγγείων με την εμφάνιση των εκκολπωμάτων παρομοιάζεται με την σχέση που έχει ο σπερματικός τόνος στην εμφάνιση της βουβωνοκήλης. Τα εκκολπώματα παρατηρούνται σε διπλές σειρές εκατέρωθεν της μεσοκολικής ταινίας και συγκεκριμένα στα σημεία διελεύσεως των αγγείων. Εκτός από αυτές τις κύριες θέσεις εντοπίσεως των εκκολπωμάτων, εκκολπωματικές διατάσεις παρατηρούνται και σε άλλες θέσεις σχετιζόμενες με μικρότερα δευτερεύοντα αγγεία όπως συμβαίνει στο αντιμεσεντερικό χείλος του εντέρου. Η ανεύρεση εκκολπωμάτων στο αντιμεσεντερικό χείλος συμβαδίζει συνήθως με προχωρημένο στάδιο της νόσου.
Ένας άλλος τοιχωματικός παράγων σχετιζόμενος με την εκκολπωμάτωση του παχέος εντέρου είναι η ύπαρξη ελαστικού ιστού στους μυϊκούς χιτώνες του τοιχώματος, του οποίου η ποσότητα αυξάνεται με την πρόοδο της ηλικίας. Ο ιστός αυτός δεν έχει συσταλτική ικανότητα και προδιαθέτει σε εκκολπωματικές διατάσεις. Αυτό παρατηρείται ευχερώς σε ακραίες καταστάσεις όπως το σύνδρομο Marfan και το σύνδρομο Ehlers-Danlos τα οποία χαρακτηρίζονται από παθολογικό ινώδη συνδετικό ιστό και στα οποία η εκκολπωμάτωση παχέος εντέρου ανευρίσκεται σε υψηλότερο ποσοστό απ ότι στο γενικό πληθυσμό.
ΕΝΔΟΑΥΛΙΚΗ ΠΙΕΣΗ
Είναι αποτέλεσμα της σύσπασης του μυικού χιτώνα και της κινητικότητας του εντέρου.
Εις το παχύ έντερο παρατηρούνται οι εξής κινήσεις:
α) Δακτυλιοειδείς περισφίγξεις. Αυτές προκαλούνται δια συστολής της κυκλοτερούς μυϊκής στοιβάδας δημιουργώντας κινήσεις αντίστοιχες των κινήσεων κατατμήσεως τού λεπτού εντέρου. Οι δακτυλιοειδείς κινήσεις συνοδευόμενες από την συστολή των κολικών ταινιών δημιουργούν τις κολικές κυψέλες. Σκοπός αυτών των κινήσεων είναι αφενός μεν η ανάμιξη του περιεχομένου και αφετέρου η απομύζηση ύδατος και ηλεκτρολυτών , λόγω στενής επαφής τού περιεχομένου τού εντέρου με τον βλεννογόνο.
Β) Μαζικές κινήσεις προωθήσεως. Αυτές προκαλούνται από την συστολή της κυκλοτερούς μυϊκής στοιβάδας και δημιουργίας περισφίγξεως με πλήρη αποκλεισμό τού αυλού κεντρικά (σε μήκος 20 εκ περίπου). Το αποτέλεσμα των μαζικών κινήσεων προωθήσεως είναι η μετακίνηση τού περιεχομένου τού εντέρου προς το ορθό.
Γ) Εκκρεμοειδείς κινήσεις. Αυτές παρατηρούνται κυρίως στο εγκάρσιο και σκοπό έχουν την υποβοήθηση της λειτουργίας αναμίξεως .
Δ) Αντιπερισταλτικές κινήσεις. Αυτές παρατηρούνται κυρίως εις το τυφλό και το ανιόν και σκοπό έχουν την καθυστέρηση προωθήσεως του υδαρούς περιεχομένου τού τυφλού.
Η συστολή της κυκλοτερούς μυϊκής στοιβάδας σε συνδυασμό με την συστολή των κολικών ταινιών και η δημιουργία περισφίγξεων έχει σαν επακόλουθο την αύξηση της ενδοαυλικής πιέσεως και την προώθηση του περιεχομένου του εντέρου σε περιοχή χαμηλότερης πίεσης.
Η κινητικότητα του εντέρου εμφανίζει διακυμάνσεις κατά την διάρκεια τού 24ώρου και κατόπιν διαφόρων ερεθισμάτων. Αύξηση της κινητικότητας τού εντέρου προκαλεί η λήψη τροφής ( δια τού μηχανισμού τού γαστροκολικού αντανακλαστικού), οι ψυχικές καταστάσεις όπως ο φόβος και το άγχος (stress) και διάφορα φάρμακα όπως η μορφίνη. Επακόλουθο της αυξανόμενης κινητικότητας και τού υπερπερισταλτισμού τού εντέρου είναι η αύξηση της ενδοαυλικής πιέσεως. Οι τιμές αυξημένης ενδοαυλικής πίεσης αντιστοιχούν στους χώρους μεταξύ των περισφίγξεων κατά την διάρκεια της σύσπασης του μυϊκού χιτώνα. Η αυξημένη ενδοαυλική πίεση εμφανίζεται κατά ώσεις πού αντιστοιχούν στα περισταλτικά κύματα. Η δημιουργία των εκκολπωμάτων στηρίζεται στην αύξηση της ενδοαυλικής πίεσης πού έχει σαν αποτέλεσμα την πρόπτωση τού βλεννογόνου δια μέσου των ευένδοτων σημείων του τοιχώματος του εντέρου. Για την μέτρηση της κινητικότητας τού εντέρου έχει προταθεί ο Δείκτης Κινητικότητας Παχέος Εντέρου ( Colonic Motility Index) Ο δείκτης αυτός αντιστοιχεί στο έργο πού παράγει το έντερο και η τιμή του είναι ανάλογη του ύψους και της διάρκειας του κύματος πιέσεως. Ο Δείκτης Κινητικότητας τού πάσχοντος από εκκολπωματική νόσο Παχέος Εντέρου είναι σημαντικά μεγαλύτερος από τον δείκτη κινητικότητας τού φυσιολογικού εντέρου.
ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΤΑΤΜΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΑΥΛΟΥ ΤΟΥ ΕΝΤΕΡΟΥ
Το εκκολπωματικό έντερο χαρακτηρίζεται από πάχυνση τού τοιχώματος και στένωση τού αυλού του. Η μυϊκή στοιβάδα είναι πεπαχυμένη και φέρει αναδιπλώσεις μεταξύ των οποίων παρατηρούνται τα στόμια των εκκολπωμάτων. Η αύξηση τού πάχους του μυϊκού τοιχώματος αποδίδεται σε αύξηση τού μεγέθους (υπερτροφία) και σε αύξηση τού αριθμού (υπερπλασία) των κυττάρων της μυϊκής στοιβάδας. Το περικολικό λίπος είναι αυξημένο και αυτό αποδίδεται σε αποδραμούσα εκκολπωματίτιδα αφενός και σε ελάττωση τού μήκους τού αυλού τού εντέρου. Η αύξηση τού πάχους τού μυϊκού τοιχώματος τού εντέρου σε συνδυασμό με την πτύχωση τού βλεννογόνου έχουν σαν αποτέλεσμα την ελάττωση τού εύρους τού αυλού τού εντέρου. Κατά την φάση της συσπάσεως της κυκλοτερούς μυϊκής στοιβάδας το ήδη ελαττωμένο εύρος τού αυλού σμικρύνεται ακόμη περισσότερο. Το αποτέλεσμα είναι η ενιαία κοιλότητα τού του αυλού τού εντέρου να υφίσταται κατάτμηση σε πολλές μικρές κοιλότητες. Η μετατροπή τού αυλού του εντέρου από ενιαία κοιλότητα σε μία σειρά κλειστών κοιλοτήτων (δίκην κύστεων) έχει σαν αποτέλεσμα την αδυναμία προωθήσεως τού περιεχομένου. Το έργο που παράγει το έντερο με την σύσπαση τού μυϊκού τοιχώματος δεν ακολουθείται από μετακίνηση τού περιεχομένου αλλά από υπερβολική αύξηση της πιέσεως εντός των κλειστών κοιλοτήτων. Το επακόλουθο της αυξημένης πιέσεως εντός των κλειστών κοιλοτήτων είναι η πρόπτωση του βλεννογόνου δια μέσου των ευένδοτων σημείων.
ΦΥΤΙΚΕΣ ΙΝΕΣ
Η πάχυνση τού μυϊκού τοιχώματος και η ελάττωση τού μήκους τού αυλού του εντέρου είναι αποτέλεσμα των διαιτητικών συνηθειών των ανεπτυγμένων χωρών. Η φτωχή σε φυτικές ίνες διατροφή έχει σαν αποτέλεσμα την ελάττωση τού υπολείμματος των τροφών, δηλαδή την ελάττωση τού περιεχομένου τού παχέος εντέρου. Το μικρό , σε όγκο, περιεχόμενο αναγκάζει το τοίχωμα τού παχέος εντέρου να υπερσυσπάται προκειμένου να επιτύχει την προώθηση τού περιεχομένου. Η υπερλειτουργία τού εντέρου καταλήγει σε πάχυνση τού μυϊκού τοιχώματος και βράχυνση τού αυλού. Ο περισταλτισμός του εντέρου με παχυμένο τοίχωμα έχει σαν αποτέλεσμα την δημιουργία κλειστών κοιλοτήτων εντός των οποίων αναπτύσσονται μεγάλες πιέσεις . Οι υψηλές πιέσεις έχουν σαν αποτέλεσμα την πρόπτωση τού βλεννογόνου δια μέσου των ευένδοτων σημείων και την δημιουργία των εκκολπωμάτων.
Αντίθετα η πλούσια σε φυτικές ίνες διατροφή αυξάνει τον όγκο των κοπράνων, αποτρέπει τη σύμπτωση των τοιχωμάτων και τη λειτουργική απόφραξη του αυλού. Επιπλέον ελαττώνεται ο χρόνος εντερικής διόδου (colonic transit time) και προλαμβάνεται η πάχυνση τού μυϊκού τοιχώματος, με αποτέλεσμα να αποτρέπεται η αύξηση των ενδοαυλικών πιέσεων και η πρόπτωση του βλεννογόνου διαμέσου του εντερικού τοιχώματος.
Η κύρια εντόπιση των εκκολπωμάτων είναι το σιγμοειδές. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι το σιγμοειδές έχει το στενότερο αυλό και ο μηχανισμός κατατμήσεως αναπτύσσεται ευκολότερα. Επίσης στο σιγμοειδές το περιεχόμενο τού εντέρου είναι περισσότερο αφυδατωμένο και συνεπώς μικρότερο σε όγκο.
ΑΣΥΜΠΤΩΜΑΤΙΚΗ ΕΚΚΟΛΠΩΜΑΤΩΣΗ
Τυχαίο εύρημα σε ασθενείς που υποβάλλονται σε προσυμπτωματικό ενδοσκοπικό έλεγχο κατωτέρου πεπτικού για καρκίνο παχέος εντέρου ή για διερεύνηση λανθάνουσας αιμορραγίας από το ορθό.
Δεν υπάρχουν σαφείς κατευθυντήριες οδηγίες για την θεραπευτική αντιμετώπιση της ασυμπτωματικής εκκολπωμάτωσης.
Θεραπεία
Με βάση δεδομένα από μη τυχαιοποιημένες μελέτες, συνιστάται η αυξημένη πρόσληψη φυτικών ινών κυρίως από φρούτα και λαχανικά με χαμηλή κατανάλωση κόκκινου κρέατος και ζωικού λίπους διότι αυξάνουν τον όγκο των κοπράνων, εμποδίζουν την σύμπτωση των τοιχωμάτων του εντέρου και με τον τρόπο αυτό συμβάλλουν σε ελάττωση των ενδοαυλικών πιέσεων και της επιφανειακής τάσης, αναιρώντας έτσι τη βασική παθοφυσιολογική διαταραχή που προκαλεί το σχηματισμό των εκκολπωμάτων. Ένας άλλος επιβοηθητικός παράγων είναι η αυξημένη κατανάλωση υγρών (1,5-2 λίτρα νερό/ 24ωρο αλλά και σούπες, χυμούς φρούτων και λαχανικών ), διότι προσθέτουν όγκο στα κόπρανα καθιστώντας ευκολότερες τις κινήσεις του παχέος εντέρου.
Παλαιότερα υπήρχε η θεωρία ότι η κατανάλωση σπόρων, ξηρών καρπών, καλαμποκιού αύξανε τον κίνδυνο ανάπτυξης εκκολπωματίτιδας, διάτρησης και αιμορραγίας των εκκολπωμάτων. Ο μηχανισμός που διατυπώθηκε ήταν ότι οι τροφές αυτές εγκλωβίζονταν μέσα στα εκκολπώματα προκαλώντας εκκολπωματίτιδα. Σήμερα, δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η κατανάλωση σπόρων, ξηρών καρπών και καλαμποκιού πρέπει να αντενδείκνυται όταν υπάρχουν εκκολπώματα.
ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΙΚΗ ΕΚΚΟΛΠΩΜΑΤΩΣΗ
Οι ασθενείς με εκκολπωμάτωση δεν παρουσιάζουν συμπτώματα ειδικά της πάθησης. Η κλινική εικόνα είναι μη ειδική και συχνά αποδίδεται σε άλλες παθολογικές καταστάσεις όπως είναι το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου, λειτουργικές διαταραχές κινητικότητας του γαστρεντερικού συστήματος κ.ά. Έτσι οι ασθενείς μπορεί να εμφανίζουν:
1. διαλείπον χρόνιο κοιλιακό άλγος που εντοπίζεται συνήθως στον αριστερό λαγόνιο βόθρο, επιδεινώνεται μετά το γεύμα και υφίεται συνήθως με την αφόδευση ή με την αποβολή αερίων
2. διαταραχές στις συνήθειες του εντέρου (διάρροια ή δυσκοιλιότητα)
3. αυξημένη αποβολή αερίων
4. μετεωρισμό
5. αποβολή βλέννας από το ορθό
χωρίς μακροσκοπικά εμφανή κολίτιδα ή εκκολπωματίτιδα.
Φυσιολογικά ευρήματα κατά την κλινική εξέταση ή ανεύρεση ήπιας ευαισθησίας στον αριστερό λαγόνιο βόθρο, με πλήρη απουσία σημείων περιτοναϊκού ερεθισμού όπως αναπηδώσα ευαισθησία ή σανιδώδη σύσπαση κοιλίας.

Διάγνωση

Ο βαριούχος υποκλυσμός διπλής σκιαγράφησης με εμφύσηση αέρος αποτελεί μία χρήσιμη αρχική εξέταση στην αξιολόγηση ασθενών με εκκολπωματική νόσο διότι καθορίζει τη έκταση της νόσου και αξιολογεί τον αριθμό, το μέγεθος και την ακριβή κατανομή των εκκολπωμάτων στα διάφορα τμήματα του παχέος εντέρου. Η διάβαση του παχέος εντέρου με υδατοδιαλυτά σκιαγραφικά μέσα (π.χ. γαστρογραφίνη) έχει πλέον εγκαταλειφθεί ως διαγνωστική τεχνική σε ασθενείς με υπόνοια οξείας εκκολπωματίτιδας γιατί, αφενός είναι τεχνικώς δυσκολότερη από την CT και αφετέρου ενέχει τον κίνδυνο ρήξης του φλεγμαίνοντος εκκολπώματος και επέκτασης της φλεγμονής στον περικολικό χώρο ή στην ελεύθερη περιτοναϊκή κοιλότητα.
Ωστόσο, επειδή η ακρίβεια του βαριούχου υποκλυσμού στη διάγνωση συνοδών ενδοαυλικών νοσημάτων όπως κολίτιδες , καρκίνος και ιδιοπαθείς φλεγμονώδεις εντεροπάθειες είναι περιορισμένη έως και 55 %, ο έλεγχος του κατωτέρου πεπτικού θα πρέπει να ολοκληρώνεται με ολική κολονοσκόπηση, η οποία παραμένει η εξέταση εκλογής για τον αποκλεισμό ύπαρξης κακοήθειας, διότι τόσο η εκκολπωμάτωση όσο και τα νεοπλάσματα του παχέος εντέρου απαντώνται περίπου στην ίδια ηλικία και μερικές φορές συνυπάρχουν. Όμως δεν συνίσταται η διενέργειά της κατά την οξεία εκκολπωματίτιδα δεδομένου του κινδύνου με την εμφύσηση αέρα να διατρηθεί το φλεγμαίνον έντερο. Διαγνωστική διερεύνηση με ολική κολονοσκόπηση πρέπει να γίνει 6 εβδομάδες μετά την πλήρη υποχώρηση της φλεγμονής για τον αποκλεισμό ύπαρξης κακοήθειας στους ασθενείς χωρίς πρόσφατη ολική κολονοσκόπηση.
Σε όλους τους ασθενείς με εκκολπωμάτωση θα πρέπει να αποφεύγεται η εργώδης προώθηση του ενδοσκοπίου με όσον το δυνατόν λιγότερη εμφύσηση αέρα.
Συστήνεται η χρήση παιδιατρικού κολονοσκοπίου σε περιπτώσεις δυσφορίας του ασθενούς και αδυναμίας περαιτέρω προώθησης του κλασσικού κολονοσκοπίου είτε λόγω σπασμού του εντέρου είτε λόγω στένωσης του αυλού του, ως αποτέλεσμα ανάπτυξης ινώδους συνδετικού ιστού.
Τέλος διαφορική διάγνωση θα πρέπει να γίνεται και από το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου, του οποίου τα συμπτώματα πρακτικώς δεν διαφέρουν από τα αντίστοιχα της εκκολπωματικής νόσου.

 

Θεραπεία
Με βάση δεδομένα από μη τυχαιοποιημένες μελέτες, συνιστάται η αυξημένη πρόσληψη φυτικών ινών κυρίως από φρούτα και λαχανικά με χαμηλή κατανάλωση κόκκινου κρέατος και ζωικού λίπους. Προτιμώνται τα συμπληρώματα φυτικών ινών αντί των διαιτητικών ινών διότι είναι καλύτερα ανεκτά.
Το μυστικό για την εισαγωγή των συμπληρωμάτων φυτικών ινών στην διατροφή του αρρώστου είναι η έναρξη σε χαμηλή δόση και η σταδιακή αύξηση , ώστε να μειωθεί ο κίνδυνος ανεπιθύμητων παρενεργειών συνέπειας της απότομης αύξησης τους, όπως μετεωρισμός, διάρροια, αυξημένη αποβολή αερίων και κοιλιακό άλγος.
Για παράδειγμα, ξεκινάμε σε μια αρχική δόση 3-6 gr φυτικών ινών / ημερησίως με σταδιακή αύξηση 3 gr ανά μία ή δύο εβδομάδες έως την ημερήσια συνιστώμενη δόση των 20-35 gr.
Η χειρουργική θεραπεία δεν έχει θέση στην αντιμετώπιση της μη επιπλεγμένης εκκολπωμάτωσης.
ΦΥΣΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΚΚΟΛΠΩΜΑΤΩΣΗΣ

 

ΕΚΚΟΛΠΩΜΑΤΙΤΙΔΑ
Αποτελεί τη συχνότερη επιπλοκή καθώς εκδηλώνεται σε ποσοστό 10% έως 25% των ασθενών με εκκολπωμάτωση του παχέος εντέρου, συνήθως του σιγμοειδούς. Οφείλεται σε μικροσκοπική ή μακροσκοπική διάτρηση ενός ή περισσοτέρων φλεγμαίνοντων εκκολπωμάτων λόγω εστιακής νέκρωσης του τοιχώματος τους. Προκαλείται συνήθως λόγω απόφραξης του αυχένα ή μηχανικό ερεθισμό του βλεννογόνο τους από ενσφηνωμένο κοπρόλιθο με επακόλουθη διάβρωση του ορογόνου και υπερανάπτυξη μικροβίων. Τα μικρόβια που αναπτύσσονται είναι συνήθως αναερόβια (Bacteroides, Peptostreptococcus, Clostridium), αλλά και αερόβια Gram αρνητικά, κυρίως Escherichia coli, και Gram θετικά, π.χ. Streptococcus.

Στις περιπτώσεις που η διάτρηση ενός εκκολπώματος προκαλεί τη δημιουργία περικολικού φλέγμονα ή αποστήματος γύρω από το εκκόλπωμα, χρησιμοποιείται ο όρος της μη επιπλεγμένη εκκολπωματίτιδα.
Ενώ στις περιπτώσεις που η φλεγμονή επεκτείνεται πέραν του εκκολπώματος, στους πέριξ ιστούς, με αποτέλεσμα αποφρακτικό ειλεό, τοπική ή διάχυτη περιτονίτιδα και σχηματισμό συριγγίου ή αποστήματος, χρησιμοποιείται ο όρος της επιπλεγμένης εκκολπωματίτιδας.

Ταξινόμηση των επιπλοκών του διατρηθέντος εκκολπώματος κατά Hinchey
Στάδιο I Περικολικός φλέγμων ή περικολικό απόστημα γύρω από το εκκόλπωμα.
Στάδιο II Πυελικό, ενδοπεριτοναϊκό απόστημα ή οπισθοπεριτοναϊκό απόστημα, τοπική περιτονίτιδα που προκαλούνται από ρήξη περικολικού αποστήματος.
Στάδιο III Διάχυτη πυώδης περιτονίτιδα από ρήξη περικολικού, πυελικού ή ενδοπεριτοναϊκού αποστήματος.
Στάδιο IV Κοπρανώδης περιτονίτιδα.
ΚΛΙΝΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ
Η κλινική εικόνα εξαρτάται από την εντόπιση του φλεγμαίνοντος εκκολπώματος, την βαρύτητα της φλεγμονώδους διεργασίας και την ύπαρξη επιπλοκών. Εκδηλώνεται συνήθως με την τριάδα συμπτωμάτων:
1. Το προεξάρχον σύμπτωμα είναι το κοιλιακό άλγος το οποίο εντοπίζεται συνήθως στον (ΑΡ) λαγόνιο βόθρο, είναι συνεχές ή διαλείπον και μπορεί να αντανακλά στην οσφύ, την βουβωνική χώρα ή το σύστοιχο κάτω άκρο. Η φλεγμονή των εκκολπωμάτων του (ΔΕ) κόλου, εκδηλώνεται με συμπτωματολογία παρόμοια εκείνης της οξείας σκωληκοειδίτιδας.
2. Δεκατική πυρετική κίνηση, ενώ πυρετός σταθερός ή υψηλός με σήψη επί αποστήματος ή περιτονίτιδας.
3. Λευκοκυττάρωση.
Επίσης, μπορεί να συνυπάρχουν:
4. Αλλαγή στις συνήθειες του εντέρου (διάρροια ή δυσκοιλιότητα)
5. Ανορεξία, ναυτία, έμετος λόγω αποφρακτικού ή παραλυτικού ειλεού
6. Συμπτωματολογία από το ουροποιητικό ( συχνουρία, δυσουρία, κολικός, άλγος με ουρητηρική κατανομή) λόγω γειτνίασης του φλεγμαίνοντος τμήματος του κόλου με τον ουρητήρα ή την ουροδόχο κύστη.
7. Σπανιότερα αιματοχεσία με αποβολή ζωηρού ερυθρού αίματος από το ορθό.
Κατά την κλινική εξέταση, στην απλή εκκολπωματίτιδα ανευρίσκεται εντοπισμένη ευαισθησία στον (ΑΡ) λαγόνιο βόθρο. Σημεία περιτοναϊσμού (όπως απουσία εντερικών ήχων, αναπηδώσα ευαισθησία (rebound), μυϊκή αντίσταση (guarding) και σανιδώδη σύσπαση κοιλίας (rigidity)) διαπιστώνονται σε περιπτώσεις διάτρησης προς την περιτοναϊκή κοιλότητα, ενώ σε περιπτώσεις σχηματισμού περικολικού φλέγμονα ή αποστήματος ψηλαφάτε επώδυνη μάζα. Η δακτυλική ορθού μπορεί να αποκαλύψει ευαισθησία ή ψηλαφητή ενδοπυελική μάζα.
Διαφορική Διάγνωση
1. Ισχαιμική ή λοιμώδης κολίτιδα
2. ΙΦΝΕ
3. Καρκίνος παχέος εντέρου
4. Οξεία σκωληκοειδίτιδα
5. Γυναικολογικές παθήσεις (Ρήξη κύστεως ωοθήκης, συστροφή ωοθήκης κ.α.)

 

 

ΔΙΑΓΝΩΣΗ
1. Αξονική τομογραφία.
Αποτελεί την εξέταση εκλογής τόσο για την διάγνωση όσο και την κλινική σταδιοποίηση κατά Hinchey της οξείας εκκολπωματίτιδας.
Επίσης επιτρέπει θεραπευτικούς χειρισμούς όπως την διαδερμική παροχέτευση των αποστημάτων υπό καθοδήγηση αξονικού τομογράφου.

Τα κυριότερα απεικονιστικά ευρήματα που συνηγορούν υπέρ οξείας εκκολπωματίτιδας είναι:
1. η ύπαρξη εκκολπωμάτων
2. η φλεγμονή του περικολικού λίπους
3. η πάχυνση του εντερικού τοιχώματος( >4 mm)
4. η ύπαρξη αποστήματος, απόφραξης ή συριγγίου.

2. Διακοιλιακό υπερηχογράφημα
Αποτελεί απεικονιστική μέθοδος δεύτερης γραμμής για την διάγνωση της οξείας εκκολπωματίτιδας όταν η αξονική τομογραφία δεν είναι διαθέσιμη.
Τα κυριότερα απεικονιστικά ευρήματα που συνηγορούν υπέρ οξείας εκκολπωματίτιδας είναι:
1. η ύπαρξη εκκολπωμάτων
2. η πάχυνση του εντερικού τοιχώματος
3. η ύπαρξη αποστήματος

3. Απλές ακτινογραφίες κοιλίας σε όρθια και ύπτια θέση και ακτινογραφία θώρακα

1. Πνευμοπεριτόναιο (παρουσία ελεύθερου αέρα στην περιτοναϊκή κοιλότητα)
2. Υδραερικά επίπεδα
3. Διάταση εντέρου με αεροπλήθεια κεντρικά της απόφραξης
4. Θολερότητα μαλακών μορίων (θέτει την υπόνοια ύπαρξης αποστήματος)

4. Διάβαση εντέρου
Η διάβαση εντέρου με υδατοδιαλυτά σκιαγραφικά μέσα (γαστρογραφίνη) έχει πλέον εγκαταλειφθεί ως διαγνωστική τεχνική σε ασθενείς με υπόνοια οξείας εκκολπωματίτιδας λόγω του κινδύνου ρήξης του φλεγμαίνοντος εκκολπώματος με αποτέλεσμα επέκταση της φλεγμονής στον περικολικό χώρο ή την ελεύθερη περιτοναϊκή κοιλότητα.
5. Ενδοσκόπηση κατωτέρου πεπτικού.
Δεν συνίσταται η διενέργειά της κατά την οξεία φάση δεδομένου του κινδύνου με την εμφύσηση αέρα να διατρηθεί το φλεγμαίνον έντερο και να μετατραπεί μια συγκεκαλυμμένη διάτρηση σε ελεύθερη προς την περιτοναϊκή κοιλότητα.
Μετά την πλήρη υποχώρηση της φλεγμονής, δηλ. περίπου μετά από παρέλευση 6 εβδομάδων, η ολική κολονοσκόπηση πρέπει να γίνει για να εκτιμηθεί η έκταση της εκκολπωμάτωσης και να αποκλειστεί η ύπαρξη κακοήθειας ή φλεγμονώδους νόσου του εντέρου στους ασθενείς χωρίς πρόσφατη ολική κολονοσκόπηση.

 

 

ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΑΝΕΠΙΠΛΕΚΤΗΣ ΕΚΚΟΛΠΩΜΑΤΙΤΙΔΑΣ
Η απόφαση για νοσηλεία εξαρτάται από
1. Τη γενική κατάσταση του ασθενούς
2. Τη συμμόρφωση του ασθενούς
3. Τις συννοσηρότητες.
4. Την ικανότητα για από του στόματος θεραπεία
Εξωτερικοί ασθενείς (ανοσοεπαρκείς) με μη επιπλεγμένη εκκολπωματίτιδα (στάδιο Ι κατά Hinchey)
Δύναται να αντιμετωπιστούν εκτός νοσοκομείου σιτιζόμενοι με υγρά και χορήγηση από το στόμα αντιβιοτικών ευρέος φάσματος με ταυτόχρονη κάλυψη Gram (-) βακτηριδίων και αναερόβιων (κυρίως E.Coli, Streptococcus species και Bacteroides Fragilis) για 10-14 ημέρες.
Συνήθη σχήματα από το στόμα:
1. Ciprofloxacin (500 mg PO twice daily) και Metronidazole (500 mg PO three times daily)
2. Amoxicillin / Clavulanic acid (875/125 mg PO twice daily)
3. Trimethoprim / Sulfamethoxazole (160/800 mg PO twice daily) και Metronidazole
Διάρκεια θεραπείας 7-14 ημέρες.
Βελτίωση αναμένεται εντός 2-3 ημερών.
Με την βελτίωση της κλινικής εικόνας, ξεκινάει προοδευτικά υδρική δίαιτα με υπόλειμμα και χορηγείται ταυτόχρονα ένα μαλακτικό κοπράνων. Έναρξη δίαιτας με προοδευτική υψηλή περιεκτικότητα σε φυτικές ίνες ξεκινά μετά την οξεία φάση.
Ασθενείς σταδίου Ι κατά Hinchey που χρήζουν ενδονοσοκομειακής αγωγής όπως και οι ασθενείς (σταδίου ≥ II κατά Hinchey) με επιπλεγμένη εκκολπωματίτιδα είναι:
1. με προχωρημένη ηλικία
2. με ανοσοανεπάρκεια
3. με σοβαρές συννοσηρότητες
4. με αδυναμία συμμόρφωσης
5. με αποτυχία της εξωνοσοκομειακής αγωγής, δηλαδή μετά την πάροδο 2-3 ημερών να εξακολουθεί το εμπύρετο, το άλγος και η λευκοκυττάρωση
Aσθενείς με μη επιπλεγμένη εκκολπωματίτιδα (στάδιο Ι κατά Hinchey) που χρήζουν ενδονοσοκομειακής αγωγής
1. Πλήρης στέρηση τροφής και παρεντερική χορήγηση υγρών και ηλεκτρολυτών.
2. Σε περίπτωση ειλεού συνιστάται η τοποθέτηση ρινογαστρικού καθετήρα.
3. Έναρξη ενδοφλέβιας χορήγησης αντιβιοτικών ευρέος φάσματος με ταυτόχρονη κάλυψη Gram (-) βακτηριδίων και αναερόβιων (κυρίως E.Coli, Streptococcus species και Bacteroides Fragilis).

Προτεινόμενα σχήματα:

4. Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται συνεχώς για σημεία κλινικής επιδείνωσης, όπως αύξηση της θερμοκρασίας, ή της κοιλιακής ευαισθησίας, μυϊκή αντίσταση (guarding), επιδείνωση της λευκοκυττάρωσης, σήψη, ή εμφάνιση ελεύθερου αέρα στο περιτόναιο.
5. Αναλγητικά που αυξάνουν την ενδοαυλική πίεση (όπως η μορφίνη) πρέπει να αποφεύγονται. Στις περιπτώσεις με έντονο άλγος μπορεί να χορηγηθεί πεθιδίνη (Demerol), διότι έχει αποδειχθεί ότι ελαττώνει την ενδοαυλική πίεση.
6. Αποφυγή ΜΣΑΦ και κορτικοστεροειδών λόγω κινδύνου διάτρησης του παχέος εντέρου (με κύριο υπεύθυνο μηχανισμό δράσης, την αύξηση της εντερικής διαπερατότητας και κατ’ επέκταση την εξασθένιση του φυσιολογικού βλεννογονικού εντερικού φραγμού). Επιπρόσθετα, τα κορτικοστεροειδή ενοχοποιούνται για συγκάλυψη κλινικής εικόνας οξείας χειρουργικής κοιλίας (masking effect) σε ασθενείς με διάτρηση του εντέρου.
7. Ανταπόκριση στην συντηρητική θεραπεία με βελτίωση της κλινικής εικόνας αναμένεται εντός 48-72 ωρών. Σε αντίθετη περίπτωση έχει απόλυτη ένδειξη η επαναληπτική αξονική τομογραφία για τον αποκλεισμό υποτροπή της νόσου.
8. Επί κλινικής βελτίωσης έναρξη υδρικής δίαιτας χωρίς υπόλειμμα με σταδιακή μετάβαση σε ελευθέρα.
9. Ο ασθενής παίρνει εξιτήριο για να ολοκληρώσει θεραπεία με αντιβιοτικά ευρέως φάσματος per os για διάστημα 7-14 ημέρες.
10. Ολική κολονοσκόπηση μετά από 6 εβδομάδες για τον αποκλεισμό κακοήθειας ή φλεγμονώδους νόσου του εντέρου στους ασθενείς χωρίς πρόσφατη κολονοσκόπηση.
11. Η χειρουργική θεραπεία:
i) έχει απόλυτη ένδειξη στους ασθενείς που δεν ανταποκρίνονται στην συντηρητική θεραπεία με αποτέλεσμα την παραμονή ή επιδείνωση της συμπτωματολογίας.
ii) στους ασθενείς με δύο τουλάχιστον επεισόδια εκκολπωματίτιδας αμφισβητείται. Πλέον, η απόφαση να υποβληθεί ένας ασθενής σε εκλεκτική κολεκτομή (συνήθως 4 έως 6 εβδομάδες, μετά την αποδρομή της φλεγμονής) με υποτροπιάζοντα επεισόδια εκκολπωματίτιδας δεν βασίζεται στον αριθμό των επεισοδίων αλλά στην συχνότητα και στην σοβαρότητα αυτών.
iii) στους ασθενείς ηλικίας < 40 ετών με οξεία εκκολπωματίτιδα επίσης αμφισβητείται. Πλέον, η απόφαση να υποβληθεί ένας ασθενής σε επιλεκτική κολεκτομή λαμβάνεται εξατομικευμένα, με βάση το ιατρικό ιστορικό, την σοβαρότητα του επεισοδίου και την επιμονή των συμπτωμάτων μετά από ένα οξύ επεισόδιο.
iv) έχει απόλυτη ένδειξη σε όλους τους ανοσοκατασταλμένους μετά από ένα επεισόδιο οξείας εκκολπωματίτιδας.
v) ενδείκνυται επί αδυναμίας αποκλεισμού κακοήθειας.
vi) ενδείκνυται στην επιπλεγμένη εκκολπωματίτιδα.
Εγχείρηση εκλογής είναι η εκλεκτική κολεκτομή (αφαίρεση του πάσχοντος τμήματος του παχέος εντέρου) και τελικο-τελική αναστόμωση των κολοβωμάτων. Εναλλακτικά η λαπαροσκοπική κολεκτομή ενδείκνυται σε επιλεγμένες περιπτώσεις.
ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΕΠΙΠΛΕΓΜΕΝΗΣ ΕΚΚΟΛΠΩΜΑΤΙΤΙΔΑΣ
Α. ΑΠΟΣΤΗΜΑ
Κλινικά σημεία και συμπτώματα όπως:
1. Οξύ εντοπισμένο άλγος (στην περίπτωση ανάπτυξης περικολικού ή ενδοπεριτοναϊκού αποστήματος) με συνοδό μυϊκή αντίσταση και συχνά επώδυνη ψηλαφητή μάζα ή ευαισθησία του δουγλασείου στη δακτυλική εξέταση (στην περίπτωση ανάπτυξης πυελικού αποστήματος) ενίοτε με βλεννώδεις διαρροϊκές λόγω ερεθισμού του ορθού, και
2. Πυρετός σηπτικού τύπου με συνοδό λευκοκυττάρωση πολυμορφοπυρηνικού τύπου
που εμμένουν και μετά το πέρας των πρώτων 48-72 ωρών από την έναρξη της συντηρητικής θεραπείας θέτουν ισχυρή υπόνοια δημιουργίας αποστήματος. Εξέταση εκλογής που θα αποκαλύψει την ύπαρξη περικολικού, ενδοπεριτοναϊκού ή οπισθοπεριτοναϊκού αποστήματος είναι η αξονική τομογραφία κοιλίας.
Ασθενείς με περικολικό φλέγμονα ή απόστημα < 5 cm (στάδιο Ι κατά Hinchey) αντιμετωπίζονται αρχικά συντηρητικά με παρεντερική λήψη αντιβιοτικών ευρέως φάσματος, ενδοφλέβια χορήγηση υγρών – ηλεκτρολυτών και ανάπαυση εντέρου. Επί μη ανταπόκρισης στην συντηρητική θεραπεία, μετά από χρονικό διάστημα 48 – 72 ωρών, απαιτείται διαδερμική παροχέτευση του αποστήματος υπό την καθοδήγηση αξονικού τομογράφου ακολουθούμενη συνήθως σε δεύτερο χρόνο από εκλεκτική κολεκτομή και τελικο-τελική αναστόμωση (μονοσταδιακή επέμβαση) των κολοβωμάτων του εντέρου.
Στους ασθενείς με πυελικό, ενδοπεριτοναϊκό ή οπισθοπεριτοναϊκό απόστημα (στάδιο ΙΙ κατά Hinchey) θεραπεία εκλογής είναι αρχικά η διαδερμική παροχέτευση του αποστήματος υπό την καθοδήγηση αξονικού τομογράφου ακολουθούμενη, είτε από εκλεκτική κολεκτομή με τελικο-τελική αναστόμωση, είτε από εκτομή τύπου Hartmann που θα εξαρτηθεί από την κατάσταση της φλεγμονής και την γενική κατάσταση του ασθενούς. Η εγχείρηση τύπου Hartmann συνιστάται σε σύγκλειση του περιφερικού κολοβώματος και τελική κολοστομία του κεντρικού κολοβώματος, αφού γίνει εκτομή του πάσχοντος τμήματος του παχέος εντέρου. Η επέμβαση ολοκληρώνεται με πολύ καλή έκπλυση και παροχέτευση της περιτοναϊκής κοιλότητας. Θα ακολουθήσει σε δεύτερο χρόνο (συνήθως 2-3 μήνες αργότερα) αποκατάσταση της συνέχειας του εντέρου με αναστόμωση στην εγχείρηση τύπου Hartmann.

 

 

Β. ΓΕΝΙΚΕΥΜΕΝΗ ΠΕΡΙΤΟΝΙΤΙΔΑ
Στους ασθενείς με διάχυτη πυώδη ή κοπρανώδη περιτονίτιδα (στάδια ΙΙΙ και IV κατά Hinchey) η θεραπεία εκλογής είναι η επείγουσα χειρουργική επέμβαση, η οποία διακρίνεται :
1. Πρωτοπαθής εκτομή (primary resection) του πάσχοντος τμήματος του παχέος εντέρου στον πρώτο χειρουργικό χρόνο, είτε με εκλεκτική κολεκτομή και τελικο-τελική αναστόμωση των κολοβωμάτων, είτε με εγχείρηση τύπου Hartmann με αποκατάσταση της συνέχειας του εντέρου σε δεύτερο χρόνο.
2. Δευτεροπαθής εκτομή (secondary resection) του πάσχοντος τμήματος του παχέος εντέρου στον δεύτερο χειρουργικό χρόνο, αφού πρώτα έχει προηγηθεί η δημιουργία μιας προσωρινής ανακουφιστικής κολοστομίας και η χειρουργική συρραφή του διατρηθέντος εντέρου.
Σε όλες τις περιπτώσεις απαιτείται η πολύ καλή έκπλυση και παροχέτευση της περιτοναϊκής κοιλότητας, ο επιμελής καθαρισμός του ορθού από κοπρανώδη υπολείμματα και η κινητοποίηση της σπληνικής καμπής που εξυπηρετεί στην δημιουργία εντερο-εντερικής αναστόμωσης χωρίς τάση.
Γ. ΣΥΡΙΓΓΙΑ
Η εκκολπωματίτιδα μπορεί να προκαλέσει τη δημιουργία συριγγίων μεταξύ του πάσχοντος τμήματος του παχέος εντέρου και γειτονικών οργάνων, όπως με την ουροδόχο κύστη (συχνότερα), τον κόλπο, και σπανιότερα με παρακείμενες εντερικές έλικες, τους ουρητήρες, την μήτρα και τις σάλπιγγες. Σπανιότατα είναι τα εντεροδερματικά συρίγγια συνήθως ιατρογενή, είτε εξαιτίας μιας προηγηθείσας χειρουργικής επέμβασης είτε σαν αποτέλεσμα διαδερμικής παροχέτευση ενός αποστήματος. Συνηθέστερα, τέτοια συρίγγια δημιουργούνται όταν ένας περικολικός φλέγμων ή απόστημα είτε παροχετεύεται αυτόματα, είτε επεκτείνεται σε κάποιο από τα παρακείμενα όργανα. Η συνεχιζόμενη λοίμωξη από το διατρηθέν φλέγμων ή απόστημα διατηρεί το συρίγγιο και θεραπεία επιτυγχάνεται μόνο ύστερα από εκρίζωση της πηγής της λοίμωξης και αφαίρεσης του πάσχοντος τμήματος του παχέος εντέρου.
Το εντεροκυστικό συρίγγιο είναι συχνότερο στους άνδρες, αφού στις γυναίκες παρεμβάλλεται η μήτρα που προφυλάσσει την ουροδόχο κύστη. Ασθενείς με εντεροκυστικό συρίγγιο έχουν συνήθως συμπτωματολογία κυστίτιδας (άλγος, δυσουρία, τεινεσμό), πνευματουρία και αποβολή κοπράνων από την ουρήθρα. Η διάγνωση θα βασισθεί στο ιστορικό της εκκολπωματίτιδας, στην κλινική εικόνα των συριγγίων και θα τεκμηριωθεί με βαριούχο υποκλυσμό, κυστεοσκόπηση, κυστεογραφία ή μαγνητική τομογραφία ελάσσονος πυέλου.
Δεύτερο σε συχνότητα είναι το εντεροκολπικό συρίγγιο. Ασθενείς με εντεροκολπικό συρίγγιο έχουν συχνές υποτροπιάζουσες κολπίτιδες και αποβολή δύσοσμων αερίων, υγρών ή κοπράνων από τον κόλπο. Συνήθως στους περισσοτέρους ασθενείς έχει προηγηθεί υστερεκτομή (ή αλλιώς χειρουργική αφαίρεση της μήτρας).
Η θεραπεία συνιστάται σε εκτομή του πάσχοντος τμήματος του παχέος εντέρου με τελικο-τελική αναστόμωση των κολοβωμάτων και συρραφή του τοιχώματος του παρακείμενου οργάνου, εάν είναι εφικτή.

 

 

ΔΙΑΦΟΡΙΚΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΣΥΡΙΓΓΙΩΝ ΠΑΧΕΟΣ ΕΝΤΕΡΟΥ ΜΕ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΑ ΟΡΓΑΝΑ
1. Εκκολπωματίτιδα
2. ΙΦΝΕ
3. Ακτινική εντερίτιδα και κολίτιδα
4. Κακοήθεια
5. Παγκρεατίτιδα

 

 

Δ. ΕΝΤΕΡΙΚΗ ΑΠΟΦΡΑΞΗ
Η εντερική απόφραξη (αποφρακτικός ειλεός) μπορεί να είναι οξεία ή χρόνια, ατελής ή πλήρης και να αφορά το παχύ ή το λεπτό έντερο.
Η οξεία απόφραξη του παχέος εντέρου είναι συνήθως ατελής μετά από ένα επεισόδιο οξείας εκκολπωματίτιδας και μπορεί να οφείλεται είτε σε στένωση του αυλού συνέπεια της φλεγμονώδους διεργασίας (λόγω οιδήματος του βλεννογόνου και σπασμού ή πλήρωσης του εκκολπώματος ή των εκκολπωμάτων με εντερικό περιεχόμενο) είτε σε πίεση εκ των έξω λόγω δημιουργίας plastron ή αποστήματος στο τοίχωμα του εντέρου είτε και στα δύο. Η διάβαση εντέρου με γαστρογραφίνη μπορεί να ανάδειξη το ύψος και το είδος της απόφραξης, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να αποκλείσει την ύπαρξη αποφράσσον νεοπλάσματος, ενώ η σπειροειδή αξονική τομογραφία κοιλίας είναι αξιόπιστη μέθοδος τόσο για την προσδιορισμό των ενδοαυλικών και τοιχωματικών αιτιών εντερικής απόφραξης όσο και για την ανεύρεση εξωτοιχωματικών αιτιών όπως οπισθοπεριτοναϊκοί όγκοι, όγκοι κοιλίας ή κοιλιακά ανευρύσματα που προκαλούν συνήθως ατελή απόφραξη.
Η απόφραξη του λεπτού εντέρου οφείλεται λόγω γωνίωσης του από συμφύσεις με το φλεγμαίνον τμήμα του παχέος εντέρου.
Αρχικά η εντερική απόφραξη αντιμετωπίζεται συντηρητικά με παρεντερική λήψη αντιβιοτικών ευρέως φάσματος, ενδοφλέβια χορήγηση υγρών – ηλεκτρολυτών, ανάπαυση εντέρου και τοποθέτηση ρινογαστρικού σωλήνα για αναρρόφηση και αποσυμφόρηση του διατεταμένου εντέρου. Η τελευταία μειώνει την πιθανότητα ισχαιμίας του εντέρου και παράλληλα αποφεύγεται ο κίνδυνος εισρόφησης του γαστρικού περιεχομένου.
Η χειρουργική θεραπεία έχει απόλυτη ένδειξη στους ασθενείς που δεν ανταποκρίνονται στην συντηρητική θεραπεία με αποτέλεσμα την παραμονή ή επιδείνωση των συμπτωμάτων. Επέμβαση εκλογής είναι είτε η εκτομή του αποφραχθέντος τμήματος του εντέρου με απ΄ευθείας αναστόμωση είτε η επέμβαση τύπου Hartmann.
Υποτροπιάζοντα επεισόδια εκκολπωματίτιδας μπορούν να οδηγήσουν σε προοδευτική ίνωση και ουλοποίηση λόγω ανάπτυξη ινώδους συνδετικού ιστού με αποτέλεσμα το σχηματισμό στενώσεων του εντερικού αυλού και δημιουργία συμφύσεων.
Οι στενώσεις σε ποιο προχωρημένα στάδια μπορούν να προκαλέσουν πλήρη απόφραξη του εντέρου. Το πιο συχνό διαφορικό διαγνωστικό πρόβλημα της εκκολπωματίτιδας, ιδιαίτερα όταν συνοδεύεται από στένωση του αυλού είναι το νεόπλασμα. Σε τέτοιες περιπτώσεις ο βαριούχος υποκλυσμός και η ολική κολονοσκόπηση με λήψη βιοψιών μπορούν να βοηθήσουν στην διαφορική διάγνωση. Στενώσεις του αυλού του εντέρου, στις οποίες δεν μπορεί να αποκλεισθεί με βεβαιότητα η κακοήθεια πρέπει να εξαιρεθούν χειρουργικά.
Μια άλλη εναλλακτική σε ασθενείς με καλοήθεις στενώσεις του παχέος εντέρου είναι η διαστολή τους υπό άμεσο ενδοσκοπικό έλεγχο είτε με τους διαστολείς ώθησης (κηρία), είτε με μικρής διαμέτρου υδροστατικούς διαστολείς (μπαλόνια), οι οποίοι είναι σε θέση να διέρχονται και μέσα από το κανάλι εργασίας των ενδοσκοπίων. Σήμερα διατίθεται για χρήση μια πλειάδα συστημάτων διαστολέων. Από την κατηγορία των διαστολέων ώθησης, οι πλέον διαδεδομένοι είναι οι διαστολείς Savary, γιατί είναι ασφαλείς, εύκολοι στη χρήση και καλά ανεκτοί από τους ασθενείς.
Άλλος τρόπος διάνοιξης των καλοηθών στενώσεων του παχέος εντέρου είναι οι μεταλλικές ακάλυπτες αυτοεκπτυσσόμενες ενδοπροθέσεις «stents». Επικαλυμμένα «stents» χρησιμοποιούνται σε ειδικές περιπτώσεις, όταν υπάρχει διαφυγή εντερικού περιεχομένου.
Η τοποθέτηση εντερικών ενδοπροθέσεων έχει προταθεί ως μια λύση «γέφυρας» προς το χειρουργείο σε ασθενείς με οξεία απόφραξη του εντέρου. Επιτυγχάνεται αποσυμφόρηση του εντέρου και ανακουφίζεται ο ασθενής από τα συμπτώματα της απόφραξης. Πραγματοποιείται στη συνέχεια σωστός καθαρισμός του εντερικού σωλήνα και η κατάλληλη προεγχειρητική προετοιμασία, ώστε να υποβληθεί ο ασθενής σε εκτομή του αποφραχθέντος τμήματος του εντέρου με απ΄ευθείας αναστόμωση.
Πριν την τοποθέτηση είναι απαραίτητη η διενέργεια απλής ακτινογραφίας κοιλίας για να αποκλεισθεί τυχόν εντερική διάτρηση, η οποία αποτελεί αντένδειξη για την χρήση της ενδοπρόθεσης.

 

 

ΑΙΜΟΡΡΑΓΙΑ
Με τον όρο αιμορραγία από το κατώτερο πεπτικό σύστημα εννοούμε την αιμορραγία που προέρχεται από περιοχή του εντερικού σωλήνα περιφερικότερα από τον σύνδεσμο του Treitz.
Μπορεί να εκδηλωθεί με μέλαινα κένωση, αιματοχεσία και πολύ σπάνια αιματέμεση.
Μέλαινα κένωση είναι η αποβολή μαύρου δίκην πίσσας δύσοσμου αίματος με τις κενώσεις, εξαιτίας παραγωγής θειούχων ενώσεων λόγω μετατροπής της αιμοσφαιρίνης του αίματος σε αιματίνη. Αυτή προκαλείται με τη δράση του γαστρικού υγρού, των πεπτικών ενζύμων και της μικροβιακής χλωρίδας του εντέρου στο αίμα που παραμένει για αρκετές ώρες στον εντερικό σωλήνα και χρήζει διαφοροποιήσεως από τα κεχρωσμένα κόπρανα λόγω εξωγενών παραγόντων (λήψη σκευασμάτων σιδήρου, βισμουθίου ή ορισμένων τροφών). Απαιτείται ποσότητα αίματος > 50-100 ml για να παρατηρηθεί μέλαινα. Αιμορραγία ανώτερου πεπτικού > 500 ml συνήθως οδηγεί σε πρόδηλη μέλαινα.
Αιματοχεσία είναι η αποβολή αίματος ερυθρού χρώματος δια του ορθού με μορφή καθαρού αίματος, πηγμάτων, αίματος αναμειγμένου με κόπρανα ή αιμορραγικής διάρροιας.
Αιματέμεση είναι έμετος αιματηρού περιεχομένου είτε ζωηρού ερυθρού χρώματος είτε καφεοειδούς χροιάς (λόγω επίδρασης γαστρικών εκκρίσεων).

 

 

ΣΥΧΝΟΤΕΡΑ ΑΙΤΙΑ ΑΙΜΟΡΡΑΓΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΤΩΤΕΡΟ ΠΕΠΤΙΚΟ

Η εκκολπωμάτωση αποτελεί την συχνότερη αίτια αιματοχεσίας (30% – 50%) από το ορθό, η οποία οφείλεται σε διάβρωση των ευθέων τροφοδοτικών αγγείων (vasa recta) στη βάση των εκκολπωμάτων από τα κόπρανα και σπανιότερα από την φλεγμονή, ενώ ο καρκίνος του παχέος εντέρου αποτελεί την συχνότερη συνολικά αιτία απώλειας αίματος από το ορθό, η οποία συνήθως εκδηλώνεται ως χρόνια λανθάνουσα (occult) μικροσκοπική αιμορραγία.

 

ΕΠΙΔΗΜΙΟΛΟΓΙΑ – ΦΥΣΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ
Η συχνότητα αιμορραγίας σε ασθενείς με εκκολπώματα κυμαίνεται περίπου στο 15%, όπου στο 1/3 εξ’αυτών η αιμορραγία θα είναι μαζική. Σπανίως συνυπάρχει με οξεία εκκολπωματίτιδα.
Η αιμορραγία υφίεται αυτόματα στο 75% του συνόλου των ασθενών και στο 99% εξ’αυτών που μεταγγίζονται με λιγότερες των 4 μονάδων συμπυκνωμένων ερυθρών (RBC) ημερησίως.
Μετά το πρώτο επεισόδιο ο κίνδυνος επαναιμορραγίας είναι 14-38%.
Μετά το δεύτερο επεισόδιο ο κίνδυνος επαναιμορραγίας αυξάνεται στο 21-50%.
Σε εμμένουσα ή υποτροπιάζουσα αιμορραγία από εκκολπώματα συστήνεται η διενέργεια επείγουσας ή εκλεκτικής κολεκτομής, ανάλογα με την εντόπιση της εστίας της αιμορραγίας και τελικο-τελική αναστόμωση των κολοβωμάτων σε ένα χρόνο στους ασθενείς που είναι καλοί χειρουργικοί υποψήφιοι.

 

ΠΑΘΟΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑ
Παθολογοανατομικές μελέτες δείχνουν ότι ο ασύμμετρος ενδογενής (intima) πολλαπλασιασμός και η ουλοποίηση των ευθέων τροφοδοτικών αγγείων (vasa recta) στη βάση του εκκολπώματος λόγω διάβρωση τους από κόπρανα και σπανιότερα από φλεγμονή, είναι η αιτία της αιμορραγίας.
Προδιαθεσικός παράγων η χρόνια λήψη μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών και ασπιρίνης.
Επισημαίνεται ότι αν και η νόσος είναι συχνότερη στο αριστερό κόλον, τα αιμορραγικά επεισόδια προέρχονται πιο συχνά από εκκολπώματα του δεξιού κόλου.

 

ΚΛΙΝΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ
1. Τυπικά παρουσιάζεται ως ανώδυνη αιματοχεσία
2. Όταν η αιμορραγία προέρχεται από το αριστερό κόλον το αίμα είναι ζωηρό ερυθρό
3. Όταν η αιμορραγία προέρχεται από το δεξιό κόλον εκδηλώνεται συνήθως με βυσσινόχροες ή σπανίως με μέλαινες κενώσεις.
4. a.) Όταν η απώλεια του ενδοαγγειακού όγκου είναι < 20% του συνολικού όγκου αίματος, η απελευθέρωση αδρεναλίνης προκαλεί αγγειοσύσπαση των τριχοειδών του αίματος με αποτέλεσμα την εμφάνιση ωχρότητας και ψυχρότητας, η οποία συνοδεύεται από εφίδρωση. Έτσι ο οργανισμός εξοικονομεί αίμα από την περιφέρεια για να διατηρήσει σε ικανοποιητικά επίπεδα την αιμάτωση των ζωτικών οργάνων. Η αρτηριακή πίεση διατηρείται σε φυσιολογικά επίπεδα, και η διούρηση είναι φυσιολογική ή ελαφρά ελαττωμένη, ενώ υπάρχει ταχυκαρδία.
b.) Όταν η απώλεια του ενδοαγγειακού όγκου είναι > 20% του συνολικού όγκου αίματος, χαρακτηρίζεται από υπόταση (ΣΑΠ < 100 mmHg), περαιτέρω επιδείνωση της προϋπάρχουσας ταχυκαρδίας (> 100 bpm), ταχύπνοια (↓CO2, αναπνευστική αλκάλωση), ελάττωση του επιπέδου συνείδησης και ολιγουρία (< 30 ml / h) ή ανουρία.
Ο πιο ευαίσθητος αδρός δείκτης παρακολούθησης των μεταβολών του ενδοαγγειακού όγκου είναι η διούρηση. Για αυτόν το λόγο η τοποθέτηση folley στην ουροδόχο κύστη και η παρακολούθηση της διούρησης μαζί με τον Hct στους ασθενείς αυτούς κρίνεται επιτακτική.
Τα ζωτικά σημεία όμως δεν είναι ανάλογα της ποσότητας του απολεσθέντος αίματος .Έτσι, νεαρά υγιή άτομα μπορούν να χάσουν μέχρι και το 40% του συνολικού όγκου αίματος πριν η ΣΑΠ < 100 mmHg, ενώ οι ηλικιωμένοι καθίστανται υποτασικοί ακόμη και με απώλεια μόλις του 10% συνολικού όγκου αίματος.
5. Η οξεία αιμορραγία χαρακτηρίζεται από ορθόχρωμη ορθοκυτταρική αναιμία σε αντίθεση με την υπόχρωμη μικροκυτταρική ή σιδηροπενική αναιμία που υποδηλώνει χρόνια απώλεια αίματος.
6. Λόγος ουρίας / κρεατινίνης < 100:1 ή λόγος αζώτου ουρία αίματος (BUN) / κρεατινίνη < 20:1 υποδηλώνει αιμορραγία κατώτερου πεπτικού.

 

ΔΙΑΓΝΩΣΗ
1. Aποκλεισμός αιμορραγίας ανωτέρου πεπτικού:
Τοποθέτηση ρινογαστρικού καθετήρα (Levin). Επί θετικής εκβάσεως η αναρρόφηση περιέχει καφεοειδή ή ζωηρό ερυθρό αίμα. Επί αρνητικής εκβάσεως η αναρρόφηση περιέχει μόνο χολή.
Σε ασθενείς με σοβαρή υπόνοια αιμορραγίας από το ανώτερο γαστρεντερικό (δηλαδή σε ασθενείς με αιμοδυναμική αστάθεια, ορθοστατική υπόταση, αυξημένο λόγο ουρίας / κρεατινίνης > 100:1 ή λόγος αζώτου ουρία αίματος (BUN) / κρεατινίνη > 20:1 και μέλαινα κένωση) συνιστάται ενδοσκόπηση ανωτέρου πεπτικού, επειδή η απουσία αίματος και χολής ή ειδικότερα η ύπαρξη αναρροφούμενου χολικού περιεχομένου δεν αποκλείει την παρουσία αιμορραγικής εστίας άνωθεν του πυλωρικού σφιγκτήρα. Η αυξημένη τιμή ουρίας (χωρίς ταυτόχρονη αύξηση της τιμής κρεατινής) στην αιμορραγία ανωτέρου πεπτικού οφείλεται στον αυξημένο πρωτεϊνικό καταβολισμό της αιμοσφαιρίνης.
2. Διενέργεια ορθοσιγμοειδοσκόπησης για τον αποκλεισμό ενεργού ορθοπρωκτικής νόσου.
3. Διενέργεια επείγουσας διαγνωστικής κολονοσκόπησης (εντός των πρώτων 12 – 48 ωρών από τη εισαγωγή) αφού πρώτα έχει σταθεροποιηθεί αιμοδυναμικά ο ασθενής και έχει προηγηθεί επαρκής προετοιμασία του παχέος εντέρου με χορήγηση τεσσάρων λίτρων ισότονου ηλεκτρολυτικού διαλύματος πολυαιθυλενογλυκόλης – PEG (υπερωσμωτικός ηλεκτρολύτης) είτε per os είτε μέσω του ρινογαστρικού καθετήρα (Levin).
Ορισμένοι συγγραφείς συστήνουν την εφάπαξ χορήγηση 10 mg μετοκλοπραμίδης (Primperan) κατά την έναρξη της προετοιμασία του εντέρου για την επιτάχυνση του χρόνου διέλευσης εντερικού περιεχομένου (colonic transit time) και την πρόληψη της ναυτίας και του εμέτου.
Η κολονοσκόπηση αποτελεί εξέταση εκλογής διότι επιτρέπει:
1. την ακριβή εντόπιση της εστίας της αιμορραγίας,
2. την διαγνωστική λήψη βιοψιών
3. την εφαρμογή ενδοσκοπικών τεχνικών αιμόστασης
Η έγχυση αδρεναλίνης μόνη της ή σε συνδυασμό με άλλη μέθοδο, θερμική (ηλεκτροπηξία με διπολικό ηλεκτρόδιο – bipolar coagulation ή θερμοπηξία με θερμικό ακροδέκτη – heater probe coagulation) ή μηχανική (αιμοστατικά clips ή απολίνωση με ελαστικούς δακτυλίους) ή εναλλακτικά χορήγηση τοπικών αιμοστατικών υλικών όπως κόλλα ινικής (Fibrin Sealant) θεωρείται ασφαλής μέθοδος αιμόστασης.
Στην περίπτωση ανεύρεσης εκκολπωμάτων χωρίς στοιχεία ενεργούς αιμορραγίας και χωρίς άλλη εμφανή εστία αιμορραγίας τίθεται η διάγνωση εξ’ αποκλεισμού πιθανής αιμορραγίας από εκκολπώματα και συνιστάται η αποφυγή λήψης ΜΣΑΦ και αντιπηκτικών στο μέτρο του δυνατού.
Η κολονοσκόπηση αντενδείκνυται:
1. Σε αιμοδυναμικά ασταθείς ασθενείς.
2. Στην μαζική αιμορραγία (>1500 ml/24 ώρο) λόγω
3. Όταν υπάρχει κίνδυνος διάτρησης
4. Σε οξεία εκκολπωματίτιδα
5. Τοξικό μεγάκολο

Στην περίπτωση μαζικής αιμορραγίας ή διαγνωστικής αποτυχία ανεύρεσης της αιμορραγικής εστίας ενδοσκοπικά

4. Σπινθηρογράφημα
Μπορεί να ανιχνεύσει αιμορραγίες με ρυθμό απώλειας αίματος 0,1- 0,5 mL/min.

Πλεονεκτήματα της μεθόδου ότι είναι μη επεμβατική, σχετικά εύκολη και με δυνατότητα επαναληψιμότητας τεχνική, η δυνατότητα σχετικά μικρής ακτινικής επιβάρυνσης του εξεταζόμενου και η υψηλή ευαισθησία .
Μειονεκτήματα της μεθόδου είναι η απαραίτητη προϋπόθεση ύπαρξης ενεργού αιμορραγίας, η αδυναμία θεραπευτικής παρέμβασης και η αδυναμία ακριβής εντόπισης της εστίας αιμορραγίας.

Γίνεται με δύο μεθόδους:
 Με χορήγηση κολλοειδούς θειϊκού τεχνητίου 99m(99mTc-SC)
 Με χορήγηση ραδιοσημασμένων ερυθρών αιμοσφαιρίων με 99mTc(99mTc-RBC)

Η τεχνική με χορήγηση ραδιοσημασμένων ερυθρών αιμοσφαιρίων με 99mTc έχει πλέον καθιερωθεί στην κλινική πράξη λόγω της δυνατότητας καθυστερημένων λήψεων και ανίχνευσης της διαλείπουσας αιμορραγίας, ενώ ο ρόλος του 99mTc-SC περιορίζεται στην εκτίμηση ασθενών με οξεία ενεργό αιμορραγία.
Συμπερασματικά, μια θετική σπινθηρογραφική μελέτη για ενεργό αιμορραγία ακολουθείται από διαγνωστική ή/και θεραπευτική αγγειογραφία ενώ μια αρνητική αποτελεί ένδειξη για συντηρητική αντιμετώπιση του ασθενούς.

5. Αγγειογραφία
Μπορεί να ανιχνεύσει αιμορραγίες με ρυθμό απώλειας αίματος 1- 1,5 mL/min.

Πλεονεκτήματα της μεθόδου είναι η ακριβής εντόπισης της εστίας αιμορραγίας, η δυνατότητα θεραπευτικής παρέμβασης είτε με χορήγηση αγγειοσυσταλτικών ουσιών όπως βαζοπρεσσίνη δια μέσου του καθετήρα της αγγειογραφίας που σήμερα έχει πλέον εγκαταλειφτεί είτε με υπερεκλεκτικό εμβολισμό του αιμορραγούντος αγγείου και ότι δεν απαιτεί προηγούμενη προετοιμασία του εντέρου.

Μειονεκτήματα της μεθόδου είναι η απαραίτητη προϋπόθεση ύπαρξης ενεργού αιμορραγίας και ο δυνητικός κίνδυνος σοβαρών επιπλοκών μετά από εμβολισμό.

6. CT Αγγειογραφία
Πλεονεκτήματα της μεθόδου είναι η ακριβής εντόπισης της εστίας αιμορραγίας, ο μη επεμβατικός της χαρακτήρας και ότι είναι εύκολα προσβάσιμη.

Μειονεκτήματα της μεθόδου είναι η απαραίτητη προϋπόθεση ύπαρξης ενεργού αιμορραγίας, η αδυναμία θεραπευτικής παρέμβασης και η έκθεση των ασθενών σε ιονίζουσα ακτινοβολία.

 

 

ΘΕΡΑΠΕΙΑ
Γενικά υποστηρικτικά μέτρα
1. Εξασφάλιση αναπνοής και αερισμού.
2. Τοποθέτηση δύο περιφερικών φλεβών μεγάλου εύρους (≥18G) ή κεντρικού φλεβικού καθετήρα.
3. Πλήρης στέρηση τροφής
4. Τοποθέτηση Levin
5. Αποκατάσταση ενδαγγειακού όγκου με κρυσταλλοειδή / κολλοειδή διαλύματα. Αρχικά χορηγούνται 500-1000ml κρυσταλλοειδών (π.χ. N/S) σε 30 min.
6. Αποκατάσταση απώλεια αίματος με ολικό αίμα ή συμπυκνωμένα ερυθρά.
7. Αποκατάσταση διαταραχών πηκτικότητας:
Χορήγηση FFP (INR ≥ 1.5)
Μετάγγιση Αιμοπεταλίων (PLT < 50.000)
Χειρουργική Θεραπεία
Ενδείξεις χειρουργικής θεραπείας:
1. Αδυναμία ανεύρεσης αιμορραγικής εστίας.
2. Μαζική αιμορραγία με εμμένουσα αιμοδυναμική αστάθεια. Σήμερα είναι γενικά παραδεκτό ότι εάν, ο ασθενής δεν σταθεροποιείται μετά από μετάγγιση περισσοτέρων από 4 μονάδες αίματος το πρώτο 24ωρο, πρέπει να οδηγείται στο χειρουργείο.
3. Αποτυχία ενδοσκοπικής αιμόστασης ή ενδαρτηριακού υπερεκλεκτικού εμβολισμού.
4. Υποτροπιάζοντα επεισόδια αιμορραγίας παρά την επιτυχή προσπάθεια ενδοσκοπικής αιμόστασης ή ενδαρτηριακού υπερεκλεκτικού εμβολισμού.
5. Συνεχή αιμορραγία παρά την ενδοσκοπική αιμόσταση ή τον ενδοαρτηριακό υπερεκλεκτικό εμβολισμό.
Επεμβάσεις:
1. Επείγουσα τμηματική κολεκτομή, ανάλογα με την εντόπιση της αιμορραγικής εστίας και τελικο-τελική αναστόμωση των κολοβωμάτων.
2. Ολική κολεκτομή με ειλεοορθική αναστόμωση εάν δεν είναι δυνατόν η εντόπιση της εστίας της αιμορραγίας.

 

 

ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΟΣ ΑΛΓΟΡΙΘΜΟΣ
Εκκολπωματική κολίτιδα συνοδευόμενη από εκκολπωματική νόσο (Segmental Colitis associated with Diverticulosis – SCAD)

Εκκολπωματική κολίτιδα συνοδευόμενη από εκκολπωματική νόσο (SCAD) είναι μία χρόνια κατάσταση που απαντάται σε τμήματα του κόλον με σύγχρονη παρουσία εκκολπωμάτων, η οποία μιμείται κλινικά τα ιδιοπαθή φλεγμονώδη νοσήματα του εντέρου (ΙΦΝΕ). Συχνά εκλαμβάνεται ως ελκώδης ορθοσιγμοειδίτιδα ή ως νόσος του Crohn. Όμως, δεν υπάρχουν έλκη στη SCAD και η φλεγμονή προσβάλλει το βλεννογόνο μεταξύ των εκκολπωμάτων και όχι τα ίδια τα εκκολπώματα. Αν και τα ΙΦΝΕ και η SCAD μοιράζονται ίδιες ιστοπαθολογικές αλλοιώσεις, είναι γενικά αποδεκτό, ότι αποτελούν ξεχωριστές κλινικές οντότητες.

Ασθενείς με SCAD απαντούν σε γενικές γραμμές στην θεραπεία με 5-ASA (αμινοσαλικυλικά). Στην πλειονότητα των περιπτώσεων η νόσος είναι καλοήθης και αυτοϊάσιμη, ωστόσο καταγράφηκαν περιστατικά που υποβλήθηκαν σε εκλεκτική κολεκτομή είτε λόγω αιμορραγίας εκκολπωμάτων είτε λόγω απώτερων επιπλοκών στενώσεων του εντερικού αυλού.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *